ΑΠΟΨΕΙΣ, ΕΛΛΑΔΑ - 03/05/2026 - 12:00 μμ
Πετρέλαιο και πληθωρισμός απειλούν την παγκόσμια οικονομία
Δύο μήνες έχουν συμπληρωθεί από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράν και την Μέση Ανατολή και η επιστροφή στην προπολεμική ομαλότητα καθυστερεί επικίνδυνα. Καθώς υπάρχει ακόμα εκεχειρία, το βασικό πρόβλημα είναι αδυναμία ασφαλούς και ανεμπόδιστης διέλευσης των εμπορικών πλοίων κάθε είδους από τα Στενά του Ορμούζ.
Όπως είχαν επισημάνει πολλοί παρατηρητές και εμπειρογνώμονες πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, το μόνο ενδεχόμενο κατά το οποίο θα μπορούσε να κινδυνέψει σοβαρά η διεθνής οικονομία ήταν αυτό του αποκλεισμού του Περσικού Κόλπου μέσω του κλεισίματος των Στενών. Έτσι όπως εξελίσσεται η κατάσταση, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την παράταση του αποκλεισμού για πολλές εβδομάδες ή και μήνες ακόμα.
Καθώς κανείς πλέον δεν είναι σε θέση να κάνει την οποιαδήποτε πρόβλεψη, είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε πολύ περισσότερο στα σοβαρά τα αρνητικά σενάρια σχετικά με την εξέλιξη των πραγμάτων για τις τιμές του πετρελαίου και των ορυκτών καυσίμων γενικότερα, καθώς και σχετικά με τις παρενέργειες για τη διεθνή οικονομία.
Μέχρι στιγμής, το αργό πετρέλαιο δεν μπορούμε να πούμε πως κινείται ανεξέλεγκτα ανοδικά από πλευράς τιμών. Είναι γεγονός πως έχει σημειώσει πολύ ισχυρή άνοδο από την έναρξη του πολέμου και ακόμα μεγαλύτερη από την αρχή του χρόνου αλλά, από την άλλη μεριά, μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να κάνει υπερβεί την περιοχή των 115 – 120 δολαρίων/βαρέλι και για τις δύο πιο σημαντικές ποικιλίες στα διεθνή χρηματιστήρια.
Έχει πλησιάσει προς τα εκεί κάποιες στιγμές από την αρχή του Μαρτίου αλλά δεν δοκίμασε να υπερβεί αυτό το επίπεδο. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως η χθεσινή πολύ μεγάλη άνοδος του Brent, το οποίο κάποια στιγμή έφθασε στα 126 δολάρια/βαρέλι και υπερέβη τα 126 δολάρια/βαρέλι, ξεπερνώντας και τα υψηλά που σημειώθηκαν το 2022 αμέσως μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αποτελεί την πρώτη επιτυχημένη διάσπαση των 120 δολαρίων/βαρέλι αλλά αυτό μάλλον δεν ισχύει.
Η χθεσινή ημέρα ήταν η τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης του συμβολαίου παράδοσης Ιουλίου και είναι γνωστό πως τέτοιες μέρες χαρακτηρίζονται από πολύ μεγάλες, ίσως και ακραίες, διακυμάνσεις που πολύ συχνά δίνουν μία στρεβλή εικόνα της κατάστασης της αγοράς (διάσημο είναι το παράδειγμα με τις αρνητικές τιμές για την ποικιλία West Texas Intermediate, την 20η Απριλίου 2020, την προτελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης του συμβολαίου).
Το Brent σύντομα επέστρεψε κοντά στα 110 δολάρια/βαρέλι, σημαντικά πιο κάτω από τα υψηλά της ημέρας αλλά αναμφίβολα σε αρκετά υψηλή τιμή. Ναι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το αργό πετρέλαιο είναι ακριβό πάνω από τα 100 και ακόμα πιο ακριβό πάνω από τα 110 δολάρια/βαρέλι. Αν τα Στενά ανοίξουν μέσα στις επόμενες λίγες μέρες, οι τιμές αυτές θα αποτελέσουν σύντομα μία ανάμνηση και τίποτα παραπάνω.
Έτσι όπως είναι τα πράγματα όμως, το ενδεχόμενο να δούμε τις πετρελαϊκές τιμές, αλλά και αυτές του φυσικού αερίου για την Ασία και την Ευρώπη, να κάνουν ένα νέο άλμα γίνεται όλο και πιο πιθανό κάθε μέρα που περνά, για μάλλον προφανείς λόγους.
Τα μεγάλα φορτία πετρελαίου που έφυγαν από τον Περσικό Κόλπο λίγο πριν την έναρξη του πολέμου έχουν λογικά φτάσει ήδη στους προορισμούς τους ανά τον κόσμο, ενώ τα αποθέματα που δόθηκαν στην αγορά μετά τις εθνικές και υπερεθνικές αποφάσεις δεν είναι ανεξάντλητα.
Από εδώ και πέρα όμως, η έλλειψη των 10 και πλέον εκατομμυρίων βαρελιών που καθημερινά λείπουν από τη διεθνή αγορά λόγω των κλειστών Στενών θα αρχίσει να γίνεται πιο αισθητή. Αργά ή γρήγορα, όσο τα Στενά παραμένουν κλειστά, αυτό θα οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο της τιμής και τα 150 δολάρια/βαρέλι που είχαν εμφανιστεί για μερικές μέρες στις αγορές spot για την ποικιλία Brent θα περάσουν σταδιακά και στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων.
Σε μία τέτοια περίπτωση, οι αυξήσεις αυτές θα επηρεάσουν και τις τιμές όλων των τιμών των προϊόντων διύλισης, όπως ντίζελ, βενζίνη, αεροπορικά καύσιμα, ναυτιλιακά καύσιμα και άλλα παρόμοια. Η κατάσταση θα μπορούσε να εξελιχθεί με προβληματικό τρόπο και στην περίπτωση του φυσικού αερίου για την Ασία και την Ευρώπη, το οποίο μέχρι στιγμής έχει αποφύγει τις πολύ μεγάλες ανοδικές εξάρσεις.
Όπως διαβάζαμε όμως χθες στο Bloomberg, αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη μειωμένη ζήτηση από την Κίνα το τελευταίο δίμηνο, καθώς η χώρα πάντα προσπαθεί να αποφύγει τις αγορές σε «τσιμπημένες» τιμές.
Επειδή η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο αποτελεί και τον μεγαλύτερο εισαγωγέα LNG από τη Μέση Ανατολή, η μειωμένη κινεζική ζήτηση έχει επιτρέψει στην διεθνή αγορά LNG να κινηθεί σχεδόν φυσιολογικά από την έναρξη του πολέμου μέχρι τώρα.
Το διεθνές πρακτορείο επισήμανε όμως ότι τις τελευταίες μέρες έχει αρχίσει να παρατηρείται μία σταδιακή μικρή αύξηση στις κινεζικές εισαγωγές, κάτι που αν παγιωθεί και ενταθεί θα αρχίσει να δημιουργεί στενότητα στην αγορά LNG, με τα φορτία από το Κατάρ να λείπουν ακόμα όσο είναι κλειστά τα Στενά, και κατ’ επέκταση ανοδικές τάσεις στις διεθνείς τιμές.
Όσο λοιπόν τα Στενά μένουν κλειστά, το πετρέλαιο και γενικά τα ορυκτά καύσιμα θα συνεχίσουν και θα εντείνουν την ανοδική πίεση στο κόστος λειτουργίας σχεδόν όλων των τομέων της διεθνούς οικονομίας.
Αυτό σημαίνει πως οι πληθωριστικές τάσεις που έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν την επανεμφάνισή τους σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο θα ενταθούν. Όχι μόνο στα καύσιμα αλλά και σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, καθώς τα κλειστά Στενά επηρεάζουν πλήθος τομέων και άμεσα και έμμεσα. Τα πλαστικά και τα πετροχημικά αποτελούν δύο πολύ σημαντικά σχετικά παραδείγματα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πως η βενζίνη στις ΗΠΑ έχει ανατιμηθεί κατά σχεδόν 40% κατά μέσο όρο ούτε η εκτίναξη του κόστους των αεροπορικών καυσίμων. Είναι και το ότι υπάρχουν ήδη σοβαρές ελλείψεις ορυκτών καυσίμων σε πολλές περιοχές της Ασίας, ειδικά στην Ινδία, το Πακιστάν και χώρες όπως η Ταϊλάνδη και η Ινδονησία.
Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στα καύσιμα. Μεγάλη είναι η ανησυχία στον τομέα των λιπασμάτων και κυρίως των αζωτούχων, καθώς οι χώρες του Κόλπου είναι από τις πιο σημαντικές παραγωγούς παγκοσμίως. Η άνοδος των τιμών τους και η έλλειψη προσφοράς αποτελούν ήδη έναν σοβαρό κίνδυνο για τη διεθνή βιομηχανία τροφίμων, καθώς οι αυξήσεις τιμών στα τελικά προϊόντα δεν θα αργήσουν πολύ αν η κατάσταση δεν εξομαλυνθεί σύντομα.
Σε συνδυασμό με τις καιρικές συνθήκες στις ΗΠΑ και αλλού, οι οποίες είναι πιθανόν να βλάψουν την ποιότητα και την ποσότητα της συγκομιδής σε πολλές καλλιέργειες, το πρόβλημα με τα λιπάσματα αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης έντονων πληθωριστικών φαινομένων και στον τομέα των τροφίμων.
Οι πληθωριστικές πιέσεις δεν συνιστούν κίνδυνο μόνο για τους πολίτες/καταναλωτές οι οποίοι ήδη ανησυχούν πως θα ζήσουμε επανάληψη των προβλημάτων του 2021 – 2023 όταν η αγοραστική τους δύναμη μειώθηκε κατά πολύ.
Συνιστούν και γενικότερο κίνδυνο για την υγεία της διεθνούς οικονομίας και τους ρυθμούς ανάπτυξής της. Η απειλή δεν έρχεται μόνο από την μείωση των καταναλωτικών δαπανών αλλά και από τη γενικότερη άνοδο του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων και το, διόλου απίθανο, ενδεχόμενο του περιορισμού των περιθωρίων κέρδους τους.
Τέτοιες εξελίξεις πάντα αυξάνουν και τον κίνδυνο για μαζικές απολύσεις και άνοδο των ποσοστών ανεργίας.
Και όλα αυτά, στην θεωρία τουλάχιστον, μπορεί να απειλήσουν και την υγεία των διεθνών χρηματιστηρίων, μία ενδεχόμενη σοβαρή πτώση των οποίων θα μεγαλώσει και τον κίνδυνο για την οικονομία.
Όλα αυτά φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό να συμβούν, αν όμως το κλείσιμο των Στενών παραταθεί για πολύ ακόμα, τότε τουλάχιστον ένα μέρος τους θα είναι δύσκολο να μην γίνει πραγματικότητα. Καλό θα είναι να μην χρειαστεί να φτάσουμε εκεί.
πηγή: liberal
αρθρογράφος: Σπύρος Αλεξόπουλος
Array

























