Το ιρανικό πετρέλαιο δεν εξαφανίστηκε από την παγκόσμια αγορά. Μετακινήθηκε από το διαφανές εμπόριο προς ένα όλο και πιο αδιαφανές, κινεζοκεντρικό οικοσύστημα παράκαμψης κυρώσεων, όπου τα «επίσημα» τελωνειακά ίχνη συχνά διαφέρουν από ό,τι δείχνουν τα ναυτιλιακά και δορυφορικά δεδομένα. Ένα κρίσιμο μεθοδολογικό σημείο: τα πιο συγκρίσιμα ανοιχτά στοιχεία αφορούν κυρίως αργό και συμπυκνώματα, όχι ολόκληρο το φάσμα προϊόντων διύλισης, όπου η ορατότητα είναι χαμηλότερη.
Από το JCPOA στην κινεζική μονοκαλλιέργεια
Μετά την εφαρμογή του JCPOA (Iranian Nuclear Deal) τον Ιανουάριο 2016, οι πυρηνικές και πετρελαϊκές κυρώσεις χαλάρωσαν και οι ιρανικές εξαγωγές ανέκαμψαν γρήγορα. Στην περίοδο 2016-2018, το Ιράν πουλούσε σε πολύ ευρύτερο ακροατήριο: Κίνα, Ινδία, Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Τουρκία και, εκ νέου, σε ευρωπαϊκά διυλιστήρια· οι εξαγωγές αυξήθηκαν δυναμικά από το 2016 και πλησίασαν, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, τα 2,7-2,8 εκατ. βαρέλια/ημέρα το πρώτο εξάμηνο του 2018, πριν την αμερικανική αποχώρηση από τη συμφωνία.
Η αμερικανική αποχώρηση από το JCPOA το 2018 ανέτρεψε αυτήν την εικόνα. Αρχικά δόθηκαν προσωρινές εξαιρέσεις σε οκτώ αγοραστές — Κίνα, Ινδία, Νότια Κορέα, Ιαπωνία, Ιταλία, Ελλάδα, Ταϊβάν και Τουρκία — αλλά τον Μάιο του 2019 το καθεστώς «maximum pressure» σκλήρυνε και οι εξαγωγές κατέρρευσαν: το 2020, σύμφωνα με τις διαθέσιμες εκτιμήσεις, ο ετήσιος μέσος όρος υποχώρησε γύρω στα 0,4 εκατ. βαρέλια/ημέρα, με μηνιαία ελάχιστα ακόμη χαμηλότερα, πριν ανακάμψουν από το 2021 και μετά, καθώς η Τεχεράνη βελτίωνε τις τεχνικές απόκρυψης και η επιβολή από την Ουάσιγκτον γινόταν πιο ασυνεπής.
Η δομική μετατόπιση αποτυπώνεται καθαρά στην αμερικανική EIA: το 2017 η Κίνα απορροφούσε περίπου το ένα τέταρτο των ιρανικών εξαγωγών αργού και συμπυκνωμάτων, ενώ το 2023 σχεδόν το 90%. Στο SHIP Act report του 2025, η EIA — χρησιμοποιώντας εκτιμήσεις της Vortexa — υπολόγισε εξαγωγές αργού και συμπυκνωμάτων 1,483 εκατ. βαρελιών/ημέρα το 2024, εκ των οποίων 1,444 εκατ. πήγαν στην Κίνα και μόλις περίπου 40.000 βαρέλια/ημέρα εκτός Κίνας.
Μετά την 7η Οκτωβρίου
Η 7η Οκτωβρίου 2023 αύξησε δραστικά τον πολιτικό και κανονιστικό έλεγχο πάνω στο Ιράν, αλλά δεν σταμάτησε τις ροές. Αντίθετα, τον Νοέμβριο 2023 το Reuters κατέγραφε ότι οι εκτιμώμενες κινεζικές εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου είχαν φτάσει περίπου στα 1,45 εκατ. βαρέλια/ημέρα τον Οκτώβριο — τότε ιστορικό υψηλό για τέτοιο φορτίο — ενώ τα κινεζικά τελωνεία δεν αποτύπωναν αυτές τις ποσότητες ως άμεσες εισαγωγές από το Ιράν. Το φορτίο εμφανιζόταν συνήθως ως μαλαισιανής ή άλλης προέλευσης, περνώντας από κόμβους μεταφόρτωσης στη Μαλαισία, στο Ομάν ή στα ΗΑΕ.
Άρα, μετά την 7η Οκτωβρίου, ο βασικός αγοραστής δεν άλλαξε: ήταν και παρέμεινε η Κίνα, κυρίως μέσω ανεπίσημων ή παραπλανητικά δηλωμένων ροών. Υπήρχαν και μικρότερα κανάλια: η Συρία λάμβανε μειούμενες ποσότητες έως την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο 2024, οπότε οι ιρανικές παραδόσεις στη χώρα ουσιαστικά σταμάτησαν, ενώ τα ΗΑΕ, το Ομάν και η Βενεζουέλα παρέμειναν μικρότεροι ή ενδιάμεσοι κόμβοι σύμφωνα με τα στοιχεία της EIA, βασισμένα στη Vortexa. Η ουσία είναι ότι η περιφερειακή κλιμάκωση αύξησε τον κίνδυνο, όχι όμως και την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων επί του πεδίου.
Η εικόνα αυτή ίσχυσε σχεδόν αδιάλειπτα ως τον Φεβρουάριο 2026. Με την έναρξη των αμερικανο-ισραηλινών επιχειρήσεων στις 28 Φεβρουαρίου, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν στις 4 Μαρτίου και τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό από τις 13 Απριλίου, οι όγκοι έπεσαν προσωρινά — αλλά η δομή της εμπορικής σχέσης (ιρανικά βαρέλια → κινεζικά teapots μέσω σκιώδους στόλου) διατηρήθηκε.
Η σημερινή εικόνα
Σήμερα, η πιο αξιόπιστη εικόνα προκύπτει μόνο από σύγκριση πολλών πηγών. Η EIA, με βάση Vortexa, δείχνει σχεδόν πλήρη κινεζική κυριαρχία το 2024. Η Kpler, μέσω Reuters, εκτιμά ότι η Κίνα αγόρασε κατά μέσο όρο 1,38 εκατ. βαρέλια/ημέρα ιρανικού πετρελαίου το 2025 — πάνω από το 80% των θαλάσσιων εξαγωγών του Ιράν. Η UANI (United Against Nuclear Iran) μέτρησε για τον Ιανουάριο 2026 συνολικές φυσικές εξαγωγές 1,51 εκατ. βαρέλια/ημέρα, σχεδόν εξ ολοκλήρου προς την Κίνα.
Η Vortexa, αντιθέτως, έβλεπε κατά μέσο όρο περίπου 1,4 εκατ. βαρέλια/ημέρα κινεζικών αφίξεων το 2025, με ιστορικό υψηλό περίπου 1,8 εκατ. τον Μάρτιο 2025, ενώ τον Φεβρουάριο 2026 οι αφίξεις έφτασαν τα 1,55 εκατ. — αύξηση από την πλευρά της προσφοράς (supply-push spike) πριν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της 28ης Φεβρουαρίου — προτού ο πόλεμος και ο αμερικανικός αποκλεισμός προκαλέσουν σαφή πτώση τον Μάρτιο. Αυτές οι διαφορές δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιφάσεις: άλλες πηγές μετρούν φορτώσεις, άλλες αφίξεις, άλλες φυσικές εκφορτώσεις, ενώ πολλές ροές παραμένουν «στο νερό» επί εβδομάδες ή αλλάζουν ετικέτα καθ’ οδόν.
Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ο χαρακτήρας του αγοραστή: το ιρανικό αργό καταλήγει κυρίως σε ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, τα λεγόμενα «teapots», κυρίως στη Σαντόνγκ. Οι μεγάλες κρατικές κινεζικές εταιρείες αποφεύγουν από το 2018-2019 την άμεση αγορά ιρανικού crude, ακριβώς λόγω κυρώσεων.
Γι’ αυτό οι αμερικανικές αρχές στοχοποίησαν το 2025-2026 teapot refineries και συναφείς τερματικούς/ενδιάμεσους — από τη Shandong Luqing και τη Shengxing έως τη Hengli και τον τερματικό Qingdao Haiye — με το Treasury να εκδίδει στις 28 Απριλίου 2026 ξεχωριστή ειδοποίηση κινδύνου για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που εμπλέκονται με teapots, ενώ η Hengli αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό της OFAC. Παράλληλα, το Πεκίνο αντέδρασε προσπαθώντας να μπλοκάρει την αναγνώριση ορισμένων αμερικανικών μέτρων.
Η μηχανή παράκαμψης
Η ιρανική μηχανή παράκαμψης είναι πλέον ώριμη. Βασίζεται σε έναν σκιώδη στόλο παλαιών δεξαμενόπλοιων, σε μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο, σε χειραγώγηση ή απενεργοποίηση AIS, σε ψευδείς σημαίες, σε συχνές αλλαγές ιδιοκτησίας και σε πλαστογράφηση εγγράφων φορτίου και προέλευσης. Η OFAC περιγράφει ρητά STS κινήσεις σε ύδατα κοντά στη Μαλαισία, την Ινδονησία και τη Σιγκαπούρη, ενώ η νεότερη αμερικανική ειδοποίηση για τα teapots αναφέρει «Malaysian blend», ανάμιξη φορτίων και ακόμη και «zombie vessels» — πλοία που εκπέμπουν την ταυτότητα παροπλισμένων σκαφών. Η Kpler συμπληρώνει ότι το Ιράν φορτώνει συστηματικά «στο σκοτάδι» και ότι η χρήση τέτοιων τεχνικών αυξάνει τον όγκο πετρελαίου «πάνω στο νερό», που λειτουργεί ως πλωτή αποθήκη και ως μαξιλάρι έναντι της επιβολής.
Το εμπορικό και χρηματοπιστωτικό σκέλος είναι εξίσου κρίσιμο. Η OFAC και η FinCEN περιγράφουν δίκτυα εταιρειών-βιτρινών, μεσίτες, οίκους trading και ανταλλακτήρια συναλλάγματος σε ΗΑΕ, Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη, που λαμβάνουν πληρωμές για ιρανικό πετρέλαιο, τις μετατρέπουν και τις ανακυκλώνουν. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Reuters τον Μάρτιο 2025, Κίνα και Ιράν έχουν οικοδομήσει σύστημα συναλλαγών κυρίως σε γουάν, μέσω μεσαζόντων, δηλαδή μια de facto παράκαμψη του δολαριακού συστήματος.
Το S&P Global σημειώνει ότι ακόμη και όταν το πετρέλαιο εξοφλείται σε γουάν, χρειάζονται σκιώδεις χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί για να μεταφερθεί το χρήμα σε μορφές χρηστικές για το ιρανικό κράτος και τους βραχίονές του. Οι εκπτώσεις παραμένουν το κλασικό δέλεαρ — διακυμάνθηκαν έντονα από το 2024 έως τις αρχές του 2026, με εύρος εκπτώσεων 4-20 δολαρίων ανά βαρέλι κάτω από Brent ανάλογα με την προσφορά, την επιβολή κυρώσεων και τις πολεμικές συνθήκες.
Τα Στενά του Ορμούζ ως μοχλός πίεσης
Τα Στενά του Ορμούζ είναι κομβικά όχι μόνο για το Ιράν αλλά για όλο το ενεργειακό σύστημα του Κόλπου. Η IEA υπολογίζει ότι περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα — γύρω στο ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου — διέρχονταν από εκεί το 2025, με περίπου 84% (κατά την EIA, 2024) να κατευθύνεται στην Ασία.
Η Κίνα και η Ινδία έλαβαν μαζί το 44% των αργών φορτίων μέσω Ορμούζ, ενώ η Ευρώπη απορρόφησε μόλις περίπου 4% αυτών των ροών· γι’ αυτήν ο κίνδυνος είναι κυρίως τιμολογιακός και ασφαλιστικός, όχι τόσο η άμεση φυσική έλλειψη. Οι παρακαμπτήριες οδοί είναι περιορισμένες, 3,5-5,5 εκατ. βαρέλια/ημέρα, και το ίδιο το Ιράν δεν διαθέτει αξιόπιστη πλήρη παράκαμψη: η EIA αναφέρει ότι ο αγωγός Goreh-Jask, παρά την ονομαστική χωρητικότητα 1 εκατ. βαρελιών/ημέρα, στην πράξη λειτουργούσε σε επίπεδο μερικών δεκάδων χιλιάδων βαρελιών/ημέρα και σταμάτησε φορτώσεις μετά τον Σεπτέμβριο 2024 — δηλαδή δεν συνιστά ουσιαστική παράκαμψη.
Γι’ αυτό χρειάζεται διάκριση. Άλλο η ιρανική απειλή να διαταράξει το πέρασμα, άλλο η αξιοποίηση της γεωγραφίας ως διαπραγματευτικού μοχλού, άλλο η πίεση από ναυτικές επιχειρήσεις και κυρώσεις πάνω στις ροές. Στις αρχές Μαΐου 2026 η κατάσταση παρέμενε εκτεταμένα διαταραγμένη: μετά το κλείσιμο των Στενών από το Ιράν στις 4 Μαρτίου και τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό από τις 13 Απριλίου, η εμπορική κίνηση ανέκαμπτε επιλεκτικά και υπό αυστηρές συνθήκες, υπό την εύθραυστη εκεχειρία της 8ης Απριλίου· τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου είχαν εκτιναχθεί έως και κατά 1.000% σε ορισμένες περιπτώσεις.
Παράλληλα, η OFAC επιβεβαίωσε ότι θεωρεί υπαρκτό κυρωσιακό κίνδυνο οποιαδήποτε «διόδια» ή άλλη πληρωμή για ασφαλή διέλευση — είτε σε παραδοσιακό νόμισμα, είτε σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, είτε σε αντισταθμίσεις σε είδος, είτε σε άτυπες ανταλλαγές — χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλες οι σχετικές αναφορές έχουν επαληθευτεί ως συστηματική πρακτική για κάθε πλοίο. Συνοψίζοντας: η απειλή είναι αληθινή, αλλά μια παρατεταμένη διακοπή θα έπληττε και το ίδιο το Ιράν, καθώς θα έπνιγε το βασικό του εξαγωγικό κανάλι και θα αύξανε το κόστος ασφάλισης, ναύλων και ναυτικής προστασίας για όλους.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν κυρώσεις στο χαρτί. Είναι αν η επιβολή τους μπορεί να υπερισχύσει ενός ώριμου, διακρατικού μηχανισμού που ενώνει ναυτιλία, μεσάζοντες, εταιρείες-βιτρίνες, σκιώδες banking, μη δυτικά νομίσματα και πρόθυμους αγοραστές. Την τελευταία δεκαετία το Ιράν πέρασε από μια σχετικά κανονική, πολυμερή πετρελαϊκή αγορά σε μια στενότερη αλλά ανθεκτική αγορά με πυρήνα τα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια. Και όσο η Κίνα παραμένει ο τελικός αγοραστής της μεγάλης πλειονότητας των βαρελιών, η πραγματική ισχύς των κυρώσεων θα κρίνεται όχι στην ανακοίνωση της Ουάσιγκτον, αλλά στο αν μπορεί πράγματι να σπάσει αυτό το οικοσύστημα παράκαμψης.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.



























