Παρασκευή 03.07.2026

Διπλή βράβευση για μαθητές της Θερμής στον πανελλαδικό διαγωνισμό συγγραφής «Η θάλασσα και εγώ»

Σημαντική επιτυχία σημείωσε το Δημοτικό Σχολείο Λουτρόπολης Θερμής, καθώς δύο μαθητές της ΣΤ΄ τάξης διακρίθηκαν στον πανελλαδικό μαθητικό διαγωνισμό συγγραφής «Η θάλασσα και εγώ», που διοργάνωσε ο Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων.

Στον διαγωνισμό συμμετείχαν 422 μαθητές από Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια όλης της χώρας, ενώ βραβεύτηκαν συνολικά 20 έργα. Από τα επτά βραβεία που απονεμήθηκαν στην κατηγορία των Δημοτικών Σχολείων, τα δύο απονεμήθηκαν σε μαθητές του Δημοτικού σχολείου της Λουτρόπολης Θερμής.

Ο Στέλιος Ανδριώτης διακρίθηκε για το αφήγημά του με τίτλο «Μεγαλώνοντας με ιστορίες θαλασσινών», στο οποίο αντλεί έμπνευση από τις οικογενειακές του ρίζες και τη ναυτική παράδοση. Μέσα από την αφήγησή του παρακολουθεί την πορεία των προγόνων του από την Άνδρο στο Αϊβαλί και από εκεί στη Λέσβο μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, συνδέοντας τη θάλασσα με τη μνήμη, την προσφυγιά και την τοπική ιστορία.

Ανάμεσα στους βραβευθέντες ήταν και η Σταματία Γαληνού με το έργο «Τα χρώματα της θάλασσας μέσα μου». Η μαθήτρια χρησιμοποιεί τις διαφορετικές αποχρώσεις της θάλασσας ως αφηγηματικό εργαλείο για να αναδείξει πρόσωπα και γεγονότα που συνδέονται με την ιστορία της Θερμής, από τον Φώτη Κόντογλου και τον Αττίκ μέχρι τον Ηλία Βενέζη και τις ιστορίες της Κατοχής.

Η τελετή βράβευσης πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στο εντευκτήριο του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, στην πρώην Σεβαστοπούλειο Σχολή. Τα βραβεία απένειμαν πανεπιστημιακοί, ακαδημαϊκοί και προσωπικότητες από τον χώρο της εκπαίδευσης και των γραμμάτων.

Η διπλή διάκριση αποτελεί ξεχωριστή επιτυχία για το Δημοτικό Σχολείο Λουτρόπολης Θερμής, επιβεβαιώνοντας το υψηλό επίπεδο δημιουργικής έκφρασης των μαθητών και τη στενή σύνδεσή τους με την ιστορία, τον πολιτισμό και τη θαλάσσια παράδοση της Λέσβου.

Διαβάστε τα κείμενα των δύο μαθητών:

Μεγαλώνοντας με ιστορίες θαλασσινών

του Στέλιου Ανδριώτη

 

@ Η θάλασσα ήταν στο αίμα της οικογένειάς μου εδώ και πολλές γενιές. Θαλασσινοί πάππου προς πάππου όργωναν τις θάλασσες έχοντας ορμητήριο την Άνδρο ζώντας απ΄ τις καλάδες που έβγαζαν.

@ Μέχρι που κάποια στιγμή τον καιρό της Τουρκοκρατίας έπεσαν στη δυσμένεια ενός τούρκου του νησιού. Τους κατηγόρησε ότι βοηθούσαν τους Έλληνες που είχαν ξεσηκωθεί παραμονές του 1821. Η κατηγορία ήταν βαριά και έκριναν φρόνιμο να φύγουν για αλλού. Κράτησαν μόνο το επώνυμο «Ανδριώτης» για να δηλώνει τη ρίζα τους.

@ Ο τόπος που μετακόμισαν ήταν το Αϊβαλί. Eκεί δεν κινδύνευαν καθώς το πάνω χέρι το είχαν οι Έλληνες. Αυτή την πολιτεία έκαναν βάση τους. Εκεί κόλλησαν και το παρατσούκλι η «Αλεπού» σε ένα προπάππο μου, που μυριζόταν τα περάσματα των ψαριών και έβγαζε γερές καλάδες.

@ Όμως κι εκεί δεν έμελλε να ριζώσουν. Έφυγαν το 1922 και πέρασαν στη Θερμή της Λέσβου, που έγινε η νέα πατρίδα τους. Κι εδώ έκαναν νέα αρχή. Με την εξυπνάδα και το ζήλο τους τα κατάφεραν και έκαναν ξανά προκοπή.

@ Με τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων μεγάλωσα. Πριν πάω στο σχολείο ήξερα τι είναι το παραγάδι, η συρτή, τα αφρόψαρα, οι γκιργκιράδες, η καλάδα , η σαντάλα, οι λαμπαδόροι , ο μπαλουχανάς, τι σημαίνει μπαλιγάρω, και τόσα άλλα.

@ Σήμερα τα πλεούμενα των Ανδριώτηδων δεν υπάρχουν πια. Τα παιδιά τους διάλεξαν δουλειές στη στεριά και η παράδοση της οικογένειας στη θάλασσα έσβησε. Έμειναν όμως οι αναμνήσεις τους. Αυτές έχουν χαραχτεί μέσα μου και έρχονται στο νου ιδίως τα καλοκαίρια, όταν πηγαίνουμε για μπάνιο.

@ Όταν διαλέγουμε τις ακτές απ΄ την Θερμή μέχρι τα Τουκμάκια σκέφτομαι πως σ΄αυτά τα νερά καλάριζαν όλη μέρα πιάνοντας μαρίδες, γόπες, κουτσομούρες, μπαρμπούνια, λυθρίνια, σαργούς, τσιπούρες, καλαμάρια, σουπιές και χταπόδια.

@ Εκεί περιμένοντας με το καλάμι μου να τσιμπήσουν τα ψάρια, κοιτάζω απέναντι τις ακτές της Μικρασίας και μού έρχεται στο νου η ιστορία με τον θρυλικό Τσάκιτζη. Τότε που έδιωξε με τις κλωτσιές έναν Τούρκο νταή, που ενοχλούσε τους προπαππούδες μου και δεν τους άφηνε να ψαρέψουν.

@ Όταν πάμε στο Μόλυβο θυμάμαι που πιάσανε εκεί 22 τόνους παλαμίδες. Σαν κατέβηκαν στο λιμάνι της Μυτιλήνης μαζεύτηκε κόσμος και κοσμάκης και τους χάζευε αποσβολωμένος. Τότε μοιράσανε ίσαμε 2 τόνους ψάρια στους φτωχούς του νησιού για ψυχικό.

@ Αναμνήσεις πολλές, που σκάνε σαν τα κύματα ! Εκείνο όμως που με αναστατώνει πιο πολύ είναι όταν ανεβαίνουμε στη Σκάλα Μιστεγνών. Εκεί αποβιβάστηκε η οικογένεια του προπάππου μου, όταν ήρθαν πρόσφυγες το 1922. Εδώ έθαψαν στην άμμο, ότι πρόλαβαν να πάρουν : Τρείς εικόνες και μια ραπτομηχανή. Μ΄ αυτά και με τη θέλησή τους στάθηκαν ξανά στα πόδια τους .

@ Κάποιες φορές που πάω εκεί τυχαίνει να δω σωσίβια προσφύγων και βάρκες διακινητών, που έχουν τσακιστεί στα βράχια της ακτής. Στέκομαι και τα χαζεύω και θυμάμαι πώς έφτασαν στο νησί το 1922 οι δικοί μου. Και τότε συλλογιέμαι : Και σήμερα και τότε ίδια τα βάσανα , όσων δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα.

 

 

Τα χρώματα της θάλασσας

της Σταματίας Γαληνού

 

@ Τη θάλασσα, από μικρό παιδί, την έχω μέσα μου. Το σπίτι μου είναι κατάντικρυ στον γιαλό και μπορώ να αγναντεύω συνέχεια την παραλία και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια.

@ Τα χρώματά της μ’ έχουν ποτίσει. Το μπλε της δηλαδή, γιατί μέχρι και πριν κάποια χρόνια η θάλασσα είχε για μένα μόνο μπλε χρώμα. Ένα μπλε αθώο, ανέμελο και άδολο, όπως εκείνο της ξυλομπογιάς, που χρησιμοποιούμε στις ζωγραφιές.

@ Κάποια στιγμή αυτό το μπλε άρχισε να παίρνει κι άλλες αποχρώσεις. Αυτό έγινε από την Δ’ τάξη, που άρχισα να συμμετέχω στο πρόγραμμα του σχολείου ‘’Ψηφιοποιώ την ιστορία του τόπου μου’’. Εκεί σκανάραμε παλιές φωτογραφίες και καταγράφαμε διηγήσεις γεροντότερων, που αφορούσαν τις φωτογραφίες αυτές.

@ Μέσα από το πρόγραμμα αυτό έμαθα πολλές ιστορίες για την περιοχή μου και πράγματα, που ίσως να μην τα μάθαινα ποτέ. Έμαθα π.χ. κι ένοιωσα ταυτόχρονα περηφάνια, ότι για τα καλοκαίρια του Στράτη Μυριβήλη στη Θερμή, όπου παραθέριζε κάθε χρόνο μαζί με τον Ηλία Καζάν στο ξενοδοχείο ‘’Σάρλιτζα Πάλλας’’.

@ Αισθάνθηκα επίσης να «ψηλώνω» κάποιους πόντους, όταν άκουσα από ένα γέροντα ότι από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου αυτού μίλησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στα 1915 και ότι στη σάλα του δεξιώθηκαν οι αρχές της Λέσβου τον Ναύαρχο Κουντουριώτη το 1913.

@ Ένοιωσα ταραχή, όταν μια γριούλα 96 χρονών, που της πήραμε συνέντευξη, μας είπε ότι στην παραλία της Θερμής έφτασε το 1922 πρόσφυγας από το Αϊβαλί ο λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου και βρήκε στέγη σε κάποιο χαμόσπιτο της παραλίας.

@ Όλες αυτές οι πληροφορίες λες και με έκαναν να μεγαλώσω απότομα. Από ένα σημείο και ύστερα έπαψα να χαζεύω απλά τις φωτογραφίες, που ψηφιοποιούσαμε και τις «σκάναρα» πριν με το βλέμμα μου, προτού τις περάσω από το μηχάνημα.

 

@ Για να μην τα πολυλογώ άρχισα να ψάχνω σιγά -σιγά με μανία καθετί που είχε σχέση με την ιστορία της περιοχής μου. Κάθε καινούργια πληροφορία άλλαζε την εικόνα του τόπου μέσα μου. Μαζί άλλαζαν και τα χρώματα της θάλασσας. Το γραφικό λιμανάκι είχε πια εξαφανισθεί, μαζί και το αθώο μπλε της θάλασσας. Τη θέση τους είχαν πάρει άλλες εικόνες και άλλα χρώματα, που άλλαζαν κάθε φορά ανάλογα με το θέμα .

@ Όταν π.χ. μας μίλαγαν κάποιοι γέροντες για το πως φυγαδεύονταν τον καιρό της Γερμανικής κατοχής, στα μικρασιατικά παράλια, πατριώτες, που πήγαιναν να πολεμήσουν στη Μέση Ανατολή, η θάλασσα γινόταν απόκοσμη γεμάτη σκιές, που κινούνταν με βάρκες στη σιγαλιά της ασέληνης νύχτας, για να μην τους εντοπίσουν τα περίπολα των Γερμανών.

@ Αντίθετα, όταν μαθαίναμε για τις βραδιές που έπαιζε στην εξέδρα του «Σάρλιτζα Παλλάς» ο Αττίκ τη δεκαετία του 1930 ο ορίζοντας της θάλασσας έπαιρνε στα μάτια μου ένα απαλό ροζ χρώμα.

@Σταματώ εδώ, αν και θα είχα πολλά να πω ακόμα. Πάω για ύπνο. Απόψε τα όνειρά μου θα είναι βαμμένα απαλό σιελ Είναι το χρώμα του ταιριάζει στην τελευταία ιστορία, που άκουσα: Οι ψαράδες της Θερμής να μπαλώνουν τα δίχτυα τους και ο Ηλίας Βενέζης να ακούει τις ιστορίες τους, για να τις κάνει διηγήματα.

 

@ Έτσι παραξενεύτηκα βλέποντας κάποιες κυρίες, που παραθέριζαν στο «Σάρλιτζα Παλάς» να φωτογραφίζονται τη δεκαετία του 1910 με τα ομπρελίνα τους στο γιαλό. Ρωτώντας έμαθα, πως τα κρατάγανε για μην μαυρίσουν από τον ήλιο, μιας και τότε ήταν της μόδας το άσπρο δέρμα κι όχι το μαυρισμένο, όπως σήμερα.

 

Κι όταν έρχεται στο νου μου ο Ηλίας Βενέζης η θάλασσα γαληνεύει και παίρνει ένα χρώμα ήρεμο σιελ, όπως οι καρδιές των καλοκάγαθων ψαράδων που ζούσαν στη Θερμή.

Ως και τα όνειρά μου τα έβλεπα βαμμένα μπλε.

 

Kάθε καινούργια ιστορία ήθελε το δικό της φόντο, το δικό της περιβάλλον για να ζωντανέψει.

To ξενοδοχείο αυτό δεν ανήκε σε έλληνα, αλλά σε ένα οθωμανό προύχοντα της Θερμής, που ο αδελφός του Χουσεΐν Χιλμή πασάς, Θερμιώτης κι αυτός, διετέλεσε δυο φορές πρωθυπουργός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον προύχοντα αυτόν τον Χασάν Μολλά Μουσταφά, τον σκότωσαν

 

@ Έμαθα μέσα από τις διηγήσεις αυτές πως κατάφερε και γύρισε ζωντανός στη Λέσβο το 1923 ο Ηλίας Βενέζης από τα περιβόητα Τάγματα Εργασίας. γύρισε τον τρόπο, με τον οποίο ήρθε πρόσφυγας στη Θερμή, το 1922, ο ήρωας του διηγήματος «Το Λιος», του Ηλία Βενέζη.

 

Πώς ο Θερμιώτης, Ηλίας Αλατερός, κατάφερε και επέζησε από τα βασανιστήρια των Τούρκων, το 1922,και από τοΝταχάου, στα χρόνια της Κατοχής, και πέθανε, λίγο αργότερα, από ανακοπή, ενώ ψάρευε με τη βάρκα του ανοιχτά της Θερμής.

 

@ Με τόσα και τόσα που έμαθα, άρχισα να βλέπω τη θάλασσα με διαφορετικά μάτια και το μπλε της με διαφορετικά χρώματα. Έτσι, όταν μου έρχεται στο νου ο Μυριβήλης, η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα ξέγνοιαστο μπλε σαν………………. .

@ Όταν σκέφτομαι το πώς ήρθε ο Κόντογλου πρόσφυγας, η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα μουντό και μωβ. Όταν σκέφτομαι τα βράδια χωρίς φεγγάρι,τον τρόπο που φεύγαν κρυφά, κάτω από την μύτη των Γερμανών, πατριώτες στη Μέση Ανατολή, η θάλασσα σκουραίνει και επάνω της στραφταλίζουν κάποιες ασημένιες ανταύγειες,

από το φεγγάρι, που κρύβουν τα σύννεφα.. Κι όταν έρχεται στο νου μου ο Ηλίας Βενέζης η θάλασσα γαληνεύει και παίρνει ένα χρώμα ήρεμο σιελ, όπως οι καρδιές των καλοκάγαθων ψαράδων που ζούσαν στη Θερμή.

Πηγή

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ