Δευτέρα 24.08.2026

Η αντιπολίτευση χάνει όταν μιλά για τον εαυτό της

Ηπολιτική επιστρέφει πάντοτε εκεί από όπου προσπαθεί κατά καιρούς να απομακρυνθεί: στην πραγματική ζωή. Μπορεί για ένα διάστημα να κυριαρχείται από πρόσωπα, συνθήματα, εσωκομματικές συγκρούσεις και επικοινωνιακές κατασκευές. Μπορεί να αναλώνεται σε πολιτισμικούς πολέμους, σε συμβολικές αντιπαραθέσεις και σε διαρκείς συζητήσεις περί ταυτότητας. Στο τέλος, όμως, @ πολίτης επιστρέφει στα βασικά ερωτήματα: Μπορώ να πληρώσω το ενοίκιο; Έχει προοπτική η εργασία μου; Μπορεί η οικογένειά μου να έχει πρόσβαση σε αξιοπρεπείς υπηρεσίες υγείας; Λειτουργεί το σχολείο; Είναι ασφαλής η γειτονιά μου; Αξίζει η προσπάθειά μου; Θα ζήσουν τα παιδιά μου καλύτερα ή θα φύγουν;

Σε αυτά τα ερωτήματα κρίνονται τελικά οι κυβερνήσεις. Σε αυτά, όμως, κρίνονται και οι αντιπολιτεύσεις.

Μια πρόσφατη ανάλυση του Brookings για τις αμερικανικές εκλογικές εξελίξεις καταγράφει ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Υποψήφι@ που αμφισβητούν τους κομματικούς μηχανισμούς φαίνεται να κερδίζουν όχι επειδή υιοθετούν τις πιο ακραίες πολιτισμικές θέσεις, αλλά επειδή επιστρέφουν στην οικονομία, στην εργασία, στην υγεία και στο κόστος ζωής. Η σύγκρουση δεν παρουσιάζεται πλέον απλώς ως σύγκρουση Αριστεράς και Κέντρου. Παρουσιάζεται ως σύγκρουση κοινωνίας και κατεστημένου, καθημερινής εμπειρίας και πολιτικής αυταρέσκειας.

Η αμερικανική πραγματικότητα δεν μεταφέρεται αυτομάτως στην Ελλάδα. Το μήνυμα, όμως, αφορά άμεσα και το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Η αντιπολίτευση στη χώρα μας συζητά υπερβολικά συχνά για τον εαυτό της. Για τ@ς αρχηγούς της, τις ισορροπίες της, τις διασπάσεις, τις συνεργασίες, τις μετακινήσεις στελεχών και τη διανομή των κομματικών ρόλων. Παράγει καθημερινά πολιτικό θόρυβο, αλλά σπανίως παράγει την αίσθηση μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης.

@ πολίτης πληροφορείται ποι@ αμφισβητεί ποι@. Δεν μαθαίνει, όμως, ποι@ μπορεί να διοικήσει καλύτερα.

Ακούει ποι@ δικαιούται να εκπροσωπεί την Κεντροαριστερά, την Αριστερά, το προοδευτικό Κέντρο ή την πατριωτική Δεξιά. Δεν ακούει με την ίδια σαφήνεια πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα, πώς θα ενισχυθούν οι πραγματικοί μισθοί, πώς θα αντιμετωπιστεί η στεγαστική πίεση και πώς θα αποκτήσει το Εθνικό Σύστημα Υγείας επαρκές προσωπικό, διοίκηση και λογοδοσία.

Στην πολιτική επιστήμη, αυτά ονομάζονται ζητήματα επίδοσης (valence issues): ζητήματα στα οποία οι πολίτες συμφωνούν ως προς τον στόχο, αλλά κρίνουν ποιος διαθέτει την ικανότητα και την αξιοπιστία να τον επιτύχει. Υπάρχουν ζητήματα στα οποία οι περισσότερ@ πολίτες συμφωνούν ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο. Όλ@ θέλουν καλύτερα σχολεία, αποτελεσματικότερη υγεία, περισσότερη ασφάλεια, υψηλότερα εισοδήματα και λιγότερη γραφειοκρατία. Η πολιτική σύγκρουση δεν αφορά τόσο το αν οι στόχοι αυτοί είναι επιθυμητοί, αλλά το ποι@ διαθέτει την ικανότητα, την αξιοπιστία και το σχέδιο για να τους επιτύχει.

Σε αυτή την πολιτική της επίδοσης, η καταγγελία δεν αρκεί.

Η αντιπολίτευση μπορεί να αποδεικνύει καθημερινά ότι η κυβέρνηση έχει αδυναμίες, καθυστερήσεις και αποτυχίες. Αυτό αποτελεί μέρος του θεσμικού της ρόλου. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η ίδια μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Η αποκάλυψη ενός προβλήματος δεν συνιστά αυτομάτως πολιτική λύση. Η οργή δεν είναι πρόγραμμα. Και η ηθική υπεροχή, πραγματική ή κατασκευασμένη, δεν αποτελεί διοικητική επάρκεια.

Το ίδιο ισχύει και για τους πολιτισμικούς πολέμους. Τα ζητήματα δικαιωμάτων, ταυτότητας και κοινωνικής αναγνώρισης είναι υπαρκτά και σημαντικά. Όταν όμως μετατρέπονται σε αυτάρεσκη γλώσσα κλειστών ακροατηρίων, παύουν να διευρύνουν την πολιτική συμμετοχή και αρχίζουν να λειτουργούν ως μηχανισμός αποκλεισμού.

Ένα μέρος της πολιτικής τάξης μιλά σαν να απευθύνεται σε συνέδριο ειδικών ή σε διαδικτυακή κοινότητα ήδη πεπεισμένων πολιτών. Χρησιμοποιεί έννοιες και συμβολισμούς που επιβεβαιώνουν την ιδεολογική ταυτότητα τ@ ομιλητ@, αλλά δεν συναντούν απαραίτητα τις αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας.

@ εργαζόμεν@ που αδυνατεί να βρει προσιτή κατοικία δεν είναι λιγότερο προοδευτικ@ επειδή θεωρεί το ενοίκιο σημαντικότερο από μια γλωσσική διαμάχη. @ μικρ@ επιχειρηματίας που ασφυκτιά μέσα στη γραφειοκρατία δεν είναι αυτομάτως συντηρητικ@. @ ασθενής που περιμένει μήνες για μια εξέταση δεν ζητά ιδεολογική επιβεβαίωση. Ζητά ένα σύστημα που λειτουργεί.

Η υλική ανασφάλεια επαναφέρει την πολιτική στις βασικές της λειτουργίες. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα περιορίζεται, η κατοικία γίνεται δυσπρόσιτη και οι δημόσιες υπηρεσίες εμφανίζουν σοβαρές ανισότητες, οι πολίτες αξιολογούν αυστηρότερα τη χρησιμότητα κάθε πολιτικής πρότασης.

Δεν εγκαταλείπουν κατ’ ανάγκη τις αξίες τους. Απαιτούν, όμως, οι αξίες να αποκτούν πρακτικό περιεχόμενο.

Η κοινωνική δικαιοσύνη πρέπει να φαίνεται στον μισθό, στη φορολογία και στην πρόσβαση στην υγεία. Η ισότητα πρέπει να φαίνεται στο σχολείο και στις ευκαιρίες του παιδιού. Η πράσινη μετάβαση πρέπει να συνδέεται με φθηνότερη ενέργεια, νέες θέσεις εργασίας και ανθεκτικότερες πόλεις. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός πρέπει να μειώνει τη γραφειοκρατία και όχι απλώς να μεταφέρει την ταλαιπωρία από το γκισέ στην οθόνη.

Εδώ βρίσκεται και το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής αντιπολίτευσης. Δεν της λείπει μόνο ένα ελκυστικό αφήγημα. Της λείπει η απόδειξη ότι μπορεί να μετατρέψει τις διακηρύξεις σε διοίκηση.

Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες υποσχέσεις. Χρειάζεται πολιτικές δυνάμεις που να μπορούν να προσδιορίσουν στόχους, χρονοδιαγράμματα, κόστος, αρμοδιότητες και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Πόσες νέες κατοικίες μπορούν να διατεθούν και με ποιο μοντέλο; Πόσο θα κοστίσει μια αλλαγή στη φορολογία και ποιος θα την πληρώσει; Πώς θα αξιολογηθούν οι διοικήσεις των δημόσιων οργανισμών; Πώς θα μετρηθεί η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας; Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς να συνθλιβούν οι μικρότερες επιχειρήσεις;

Αυτά είναι πολιτικά ερωτήματα. Και είναι πολύ πιο πολιτικά από τις ατέρμονες συζητήσεις για το ποι@ θα ηγηθεί ενός χώρου που δεν έχει ακόμη αποφασίσει πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα.

Η κυβέρνηση δεν είναι ανίκητη. Καμία κυβέρνηση δεν είναι. Αποκτά, όμως, στρατηγικό πλεονέκτημα όταν οι αντίπαλοί της περιορίζονται στην καταγγελία, στην προσωπική αντιπαράθεση και στην αναζήτηση ενός προσώπου που θα λειτουργήσει ως εκλογικ@ σωτήρας.

Οι πολίτες δεν αναζητούν απαραιτήτως έναν/μια νέ@ μεσσία. Αναζητούν σοβαρότητα, αξιοπιστία και την αίσθηση ότι κάποι@ κατανοεί τον τρόπο με τον οποίο ζουν. Η επόμενη πολιτική ανατροπή, όταν έρθει, δεν θα προκύψει επειδή ένα κόμμα θα φωνάξει περισσότερο. Θα προκύψει όταν μια πολιτική δύναμη κατορθώσει να ενώσει την κοινωνική ευαισθησία με την οικονομική αξιοπιστία, την κριτική με την εφαρμογή και την εκπροσώπηση με την ικανότητα διακυβέρνησης.

Η αντιπολίτευση θα αρχίσει να κερδίζει όταν σταματήσει να μιλά διαρκώς για τον εαυτό της.

Και όταν αρχίσει να μιλά, συγκεκριμένα και πειστικά, για τη ζωή των άλλων.


* Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS. Είναι εμπειρογνώμων πολιτικών υγείας, cDPO και Lead Verifier κατά EU ETS, ISO 14064-1 και ISO 14064-2. 

 

πηγή: liberal

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ