Η1η Σεπτεμβρίου σηματοδοτεί για την Ορθόδοξη Εκκλησία την αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι πίσω από αυτή την ημερομηνία βρίσκεται ένας θεσμός με πολύ λιγότερο πνευματική καταγωγή, ο θεσμός της Ινδίκτου, ο δεκαπενταετής κύκλος φορολογικής απογραφής και προσδιορισμού των φορολογικών υποχρεώσεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Το σύστημα της Ινδίκτου διαμορφώθηκε με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού. Αποσκοπούσε σε κάτι που κάθε υπουργός Οικονομικών και φορολογική διοίκηση επιθυμούν: σταθερά και προβλέψιμα δημόσια έσοδα. Η γη, ο αγροτικός πληθυσμός και η παραγωγική της δυνατότητα καταγράφονταν και αποτιμώντο διοικητικά. Οι περιοδικές απογραφές συνδέθηκαν τελικώς με δεκαπενταετείς κύκλους, οι οποίοι επέζησαν για αιώνες και ως σύστημα χρονολόγησης.
Στην οικονομική του ουσία επρόκειτο για έναν οιωνεί τεκμαρτό τρόπο προσδιορισμού του φόρου, καθώς η φορολογική υποχρέωση δεν ακολουθούσε το πραγματικό εισόδημα του παραγωγού αλλά τη διοικητικά προσδιορισμένη φοροδοτική ικανότητα της γης του. Εάν η σοδειά καταστρεφόταν από ξηρασία, ασθένεια ή άλλη συμφορά, η πραγματική παραγωγή μπορούσε να εξαφανιστεί χωρίς να εξαφανίζεται μαζί της η απαίτηση του κράτους. Το πρόβλημα είναι γνώριμο ακόμη και σήμερα: η φορολογική αρχή διά των τεκμηρίων… γνωρίζει καλύτερα από τον φορολογούμενο ποιο υποτίθεται ότι είναι το εισόδημά του.
Ο συγγραφέας και ρήτορας Λακτάντιος, σύγχρονος του Διοκλητιανού, μας άφησε στο έργο του De Mortibus Persecutorum μια εντυπωσιακή περιγραφή των συνεπειών αυτής της δημοσιονομικής πολιτικής. «Ο αριθμός εκείνων που λάμβαναν», γράφει, «είχε γίνει τόσο μεγαλύτερος από εκείνων που έδιναν, ώστε, καθώς οι δυνάμεις των καλλιεργητών εξαντλούνταν από το υπερβολικό βάρος των φορολογικών επιβαρύνσεων, οι αγροί εγκαταλείπονταν και οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μετατρέπονταν σε δάση». Αλλού περιγράφει τους απογραφείς και φοροεισπράκτορες να μετρούν κάθε κομμάτι γης, να καταγράφουν αμπέλια, δέντρα, ζώα και ανθρώπους, αναζητώντας οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει φορολογητέα ύλη.
Αλλά η ανάγκη του κράτους για προβλέψιμα έσοδα είχε μια ακόμη σοβαρότερη συνέπεια. Για να παραμείνει σταθερή η φορολογική βάση έπρεπε να παραμείνει σταθερός και ο πληθυσμός που την παρήγε. Σταδιακά οι ελεύθεροι αγρότες-καλλιεργητές (coloni) συνδέθηκαν νομικά με τη γη που καλλιεργούσαν και περιορίστηκε δραστικά η ελευθερία μετακίνησης και αλλαγής της οικονομικής τους δραστηριότητας.
Η λογική ήταν συνεπής, ανελεύθερη και τρομακτική: «εάν ο φορολογούμενος μπορεί να φύγει, κινδυνεύουν τα φορολογικά έσοδα. Άρα δεν θα τον αφήσουμε να φύγει».
Ταυτόχρονα, η βαριά φορολογία υπονόμευε τα κίνητρα για πρόσθετη παραγωγή. Όσο μεγαλύτερο μέρος του πλεονάσματος απορροφούσε το κράτος τόσο μικρότερο ήταν το όφελος από τη βελτίωση της γης, την αύξηση της παραγωγής και την ανάληψη κινδύνου. Το φορολογικό σύστημα έπαυε έτσι να χρηματοδοτεί απλώς τις ανάγκες της Αυτοκρατορίας και άρχιζε να επηρεάζει αρνητικά την ίδια τη φορολογική βάση από την οποία εξαρτιόταν.
Και, φυσικά, για να λειτουργήσει ένας τόσο φιλόδοξος μηχανισμός χρειάζονταν απογραφείς, φοροεισπράκτορες και διοικητικοί υπάλληλοι. Η γραφειοκρατία μεγάλωνε για να εισπράττει τους φόρους που ήταν απαραίτητοι, μεταξύ άλλων, για να συντηρείται η ίδια η γραφειοκρατία. Δημιουργήθηκε έτσι ένας φαύλος κύκλος: περισσότερες κρατικές ανάγκες, μεγαλύτεροι φόροι, περισσότερη διοίκηση, ακόμη μεγαλύτερες κρατικές ανάγκες. Ό,τι ακριβώς έχει περιγράψει στην εποχή μας η Σχολή της Δημόσιας Επιλογής.
Την οικονομική αυτή διάσταση ανέδειξε πολύ αργότερα και ο σπουδαίος ιστορικός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας A.H.M. Jones. Στην κλασική μελέτη του Over-Taxation and the Decline of the Roman Empire (1959) συνέδεσε την υπερφορολόγηση με την οικονομική παρακμή της Αυτοκρατορίας. Η συντήρηση του στρατού και ενός διογκούμενου διοικητικού μηχανισμού απαιτούσε ολοένα περισσότερους πόρους από μια παραγωγική βάση που δυσκολευόταν να ανταποκριθεί. Η φορολογική πίεση εξαντλούσε τους παραγωγούς, ενθάρρυνε την εγκατάλειψη της γης και συρρίκνωνε τελικά την ίδια τη φορολογική βάση από την οποία εξαρτιόταν το κράτος. Η υπερφορολόγηση δεν ήταν επομένως μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής παρακμής· γινόταν και μηχανισμός αναπαραγωγής της.
Θα ήταν ιστορικά υπερβολικό να αποδώσουμε στον θεσμό της Ινδίκτου την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η υπερφορολόγηση όμως, η εξάντληση της παραγωγικής βάσης και η αυξανόμενη δυσκολία χρηματοδότησης των κρατικών αναγκών συγκαταλέγονται, όπως υπογράμμισε και ο Jones, στους οικονομικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αποδυνάμωσή της. Στην Ανατολή, όπου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέζησε για πολλούς ακόμη αιώνες, η Ίνδικτος συνεχίστηκε, όχι όμως ως ένας αναλλοίωτος φορολογικός μηχανισμός. Η ένταση, πάντως, ανάμεσα στις δημοσιονομικές ανάγκες του κράτους και στην παραγωγική δυνατότητα της κοινωνίας παρέμεινε ένα διαρκές πρόβλημα.
Η ιστορία της Ινδίκτου προσφέρει έτσι ένα διαχρονικό μάθημα. Κανένα κράτος δεν μπορεί επί μακρόν να αντλεί από την ιδιωτική οικονομία περισσότερα από όσα αυτή μπορεί να παράγει. Όταν η συντήρηση του κρατικού μηχανισμού γίνεται αυτοσκοπός, η φορολογία αρχίζει να υπονομεύει τα κίνητρα, την οικονομική ελευθερία και τελικά την ίδια την παραγωγική βάση από την οποία εξαρτώνται τα δημόσια έσοδα.
Δεκαεπτά αιώνες αργότερα, η Ίνδικτος επιβιώνει στη συλλογική μας μνήμη μέσα από την 1η Σεπτεμβρίου και την έναρξη του εκκλησιαστικού έτους. Ίσως αξίζει η ημέρα αυτή να μας θυμίζει και κάτι ακόμη: η ευημερία μιας κοινωνίας δεν είναι αποτέλεσμα της φοροδοτικής της ικανότητας· αντίθετα, η φοροδοτική της ικανότητα είναι αποτέλεσμα της ευημερίας της. Το κράτος δεν δημιουργεί τον πλούτο που φορολογεί. Πρέπει να προσέχει να μην υπονομεύει τις προϋποθέσεις της δημιουργίας του.


























