Παρασκευή 11.09.2026

«Υπάρχει κανείς εκεί έξω;» – Ένα 15χρονο παιδί σε δωμάτιο νοσοκομείου περιμένει μια θέση

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΕΞΩ;

Ένα άρθρο-εξομολόγηση, ίσως και γροθιά στο στομάχι

του Νίκου Χωριατέλλη Δικηγόρου

Ένα παιδί 15 ετών. Ένα δωμάτιο νοσοκομείου με κάγκελα. Δύο αστυνομικοί έξω από την πόρτα. Και ένα ολόκληρο κράτος που περιμένει να «βρεθεί θέση».

Υπάρχουν εικόνες που, όταν τις δεις, δεν δικαιούσαι πια να πεις ότι δεν ήξερες.

Και υπάρχουν παιδιά που δεν χρειάζονται άλλη μία έκθεση, άλλη μία έκθεση, άλλη μια παραπομπή, άλλο ένα υπηρεσιακό έγγραφο.

Χρειάζονται κάποιον να τα ακούσει. Τώρα.

Ένα τέτοιο παιδί είναι ένας δεκαπεντάχρονος που εδώ και περίπου 25 ημέρες «φιλοξενείται» προσωρινά στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης «Βοστάνειο», μέχρι να βρεθεί κατάλληλη δομή για να τον υποδεχθεί.

Βάζω τη λέξη «φιλοξενείται» σε εισαγωγικά. Γιατί αυτό που συμβαίνει δεν μοιάζει με φιλοξενία. Το παιδί ανήκει τυπικά στην Παιδιατρική Κλινική. Στην πραγματικότητα βρίσκεται σε δωμάτιο της Α΄ Παθολογικής, επειδή, είναι το διαθέσιμο δωμάτιο του οποίου το παράθυρο διαθέτει προστατευτικά κάγκελα ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος να πέσει από αυτό. Ή ακριβέστερα, ώστε να μην μπορεί να πηδήξει έξω.

Ο μικρός δεν είναι κρατούμενος, το νοσοκομείο δεν είναι φυλακή. Οι συνθήκες της ιδιότυπης κράτησης του είναι παντελώς ακατάλληλες για ένα παιδί. Έξω από την πόρτα του, μέρα και νύχτα, δύο αστυνομικοί. Όχι παιδαγωγοί. Όχι ειδικοί θεραπευτές. Όχι άνθρωποι μιας εξειδικευμένης δομής ανηλίκων. Αστυνομικοί.

Άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν. Που ξεροσταλιάζουν ολόκληρες μέρες και νύχτες σε δύο καθίσματα στον διάδρομο. Που έχουν οικογένειες, παιδιά, αδέλφια, φίλους. Που κλήθηκαν να εκτελέσουν μία υπηρεσία για την οποία δεν εκπαιδεύτηκαν και δεν μπορεί να απαιτείται από αυτούς να υποκαταστήσουν ειδικούς ψυχικής υγείας, παιδαγωγούς και κοινωνικούς λειτουργούς.

Και απέναντί τους ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει από «αρμοδιότητες», ούτε από διαδικασίες, ούτε από λίστες αναμονής.

Καταλαβαίνει μόνο ότι δεν μπορεί να φύγει.

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΑΠΟ ‘ΔΩ!!!»

Ο μικρός αντιδρά στον εγκλεισμό του. Αντιδρά με όποιον τρόπο διαθέτει.

Φωνάζει. Κλαίει. Ουρλιάζει, Σφαδάζει, Χτυπά, Χτυπιέται. Ξηλώνει ό,τι μπορεί να ξηλωθεί μέσα στο δωμάτιο. Άλλοτε εξαντλείται και σωπαίνει. Άλλοτε το πνιγηρό κλάμα του γεμίζει τον διάδρομο. Κάπως έτσι απευθύνει με τον μόνο τρόπο που διαθέτει ένα βουβό κάλεσμα σε όλους τους αρμόδιους και μη σε όλους τους ανθρώπους αυτού του κόσμου.

«Φωνάξτε τον γιατρό. Θέλω να φύγω από ‘δω».

Αυτό ακούγεται ξανά και ξανά.

Και δίπλα του, στους άλλους θαλάμους της Παθολογικής, ηλικιωμένοι και βαριά ασθενείς κουβαλούν τον δικό τους σταυρό.

Εκτός των άλλων η ιδιότυπη συνθήκη δημιουργεί σοβαρότατο ζήτημα λειτουργίας στην παθολογική κλινική.

Το κλάμα, οι φωνές και τα χτυπήματα ενός παιδιού σε απόγνωση ξεσηκώνουν μια ολόκληρη κλινική.

Γιατροί και νοσηλευτές προσπαθούν.

Αστυνομικοί προσπαθούν.

Κοινωνικοί λειτουργοί προσπαθούν. Όλοι βρίσκονται σε καθημερινή απόγνωση.

Και όμως η κατάσταση παραμένει εκεί.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν προσπαθούν αρκετά.

Το πρόβλημα είναι ότι τους ζητήσαμε να λύσουν μέσα σε έναν διάδρομο νοσοκομείου ένα πρόβλημα που όφειλε να έχει λύσει ένα οργανωμένο κοινωνικό κράτος.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ

Το παιδί δεν είναι κρατούμενος.

Και το νοσοκομείο δεν είναι φυλακή.

Η Α΄ Παθολογική Κλινική δεν είναι δομή προστασίας ανηλίκων.

Οι αστυνομικοί δεν είναι θεραπευτές.

Οι νοσηλευτές δεν είναι δεσμοφύλακες.

Και ένα δωμάτιο νοσοκομείου δεν μετατρέπεται σε κατάλληλο χώρο για ένα παιδί απλώς επειδή υπάρχει μία εισαγγελική παραγγελία και επειδή δεν βρέθηκε κάτι καλύτερο.

Η εισαγγελική παραγγελία εξηγεί γιατί οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι βρίσκονται εκεί και κάνουν το καθήκον τους.

Δεν απαντά όμως στο ερώτημα αν αυτό που ζει το παιδί μπορεί να συνεχιστεί και για πόσο.

ΚΑΙ ΟΛΟΙ ΠΕΡΝΑΜΕ ΑΠΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΥ

Από τον διάδρομο περνούν κάθε ημέρα δεκάδες, ίσως εκατοντάδες άνθρωποι.

Κάποιοι κοιτάζουν. Κάποιοι ρωτούν. Κάποιοι στενοχωριούνται. Και ύστερα βγαίνουν από την πόρτα του νοσοκομείου.

Γιατί έχουμε μάθει να προστατεύουμε τον εαυτό μας με μια φράση: «Δεν είναι δικό μου πρόβλημα». Είναι της Εισαγγελίας. Είναι της Κοινωνικής Υπηρεσίας. Είναι του Νοσοκομείου. Είναι του Υπουργείου. Είναι της δομής που ακόμη δεν βρέθηκε. Είναι πάντα πρόβλημα κάποιου άλλου.

Και κάπως έτσι, όταν η ευθύνη μοιράζεται σε πολλαπλά γραφεία, στο τέλος δεν την έχει κανείς.

Μόνο που το παιδί εξακολουθεί να είναι εκεί.

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ

Μας λένε ότι αναζητείται κατάλληλη δομή. Ότι γίνονται προσπάθειες. Ότι γίνονται τηλεφωνήματα. Ότι εξετάζονται δυνατότητες.

Δεν έχω κανέναν λόγο να αμφισβητήσω ότι άνθρωποι μέσα στις υπηρεσίες προσπαθούν πραγματικά και φιλότιμα.

Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που καμία υπηρεσιακή διαδικασία δεν μπορεί να εξαφανίσει:

ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ;

Άλλη μία ημέρα; Μία εβδομάδα; Έναν μήνα; Μέχρι να αδειάσει κάπου ένα κρεβάτι;

Μέχρι να ολοκληρωθεί ένας κύκλος εγγράφων; Ή μέχρι να συμβεί κάτι που μετά όλοι θα εξηγούμε γιατί «δεν μπορούσε να προβλεφθεί»;

Γιατί υπάρχει πια και κάτι ακόμη πολύ σοβαρότερο.

Το παιδί εκφράζει απελπισία και φόβο για την ίδια του τη ζωή.

Και όταν ένα παιδί φτάνει σε αυτό το σημείο, οι λέξεις «αναμένουμε να βρεθεί θέση» παύουν να αποτελούν επαρκή απάντηση.

ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΑΙΔΙ ΔΕΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟΥ;

Υπάρχουν στιγμές έντονης κρίσης στις οποίες οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί καλούνται να αποτρέψουν το παιδί από το να τραυματίσει τον εαυτό του.

Δεν θα περιγράψω περισσότερα. Δεν χρειάζεται.

Έχετε δει ποτέ ένα παιδί δεμένο χειροπόδαρα να περιορίζεται σωματικά «για το καλό του»;

Υπάρχουν εικόνες που βάζουν τέλος στις αυταπάτες μας. Που στερούν την αθωότητα και το ανθρωπισμό σου μια για πάντα. Εικόνες που σε υποχρεώνουν να αναρωτηθείς πώς φτάσαμε ως εδώ.

Όχι ποιος αστυνομικός φταίει. Όχι ποιος νοσηλευτής φταίει. Όχι ποιος κοινωνικός λειτουργός φταίει.

Αλλά ποιο σύστημα έφτασε στο σημείο να μην έχει να προσφέρει σε ένα παιδί σε κρίση τίποτε καταλληλότερο από ένα δωμάτιο Παθολογικής, ένα παράθυρο με κάγκελα και δύο αστυνομικούς έξω από την πόρτα.

ΚΙ ΟΜΩΣ, ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΑΙΔΙ

Μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε το σημαντικότερο.

Δεν μιλάμε για ένα γλαφυρό «περιστατικό». Δεν μιλάμε για έναν «φάκελο». Δεν μιλάμε για «δύσκολη περίπτωση».

Μιλάμε για παιδί 15 ετών.

Ένα παιδί που έχει μεγάλη ανάγκη. Έχει ανάγκη από εκπαίδευση. Έχει ανάγκη από φίλους, από οικογένεια, πιο πολύ όμως έχει ανάγκη από κατανόηση, από ανθρωπιά, από ευαισθησία για την οποία το ξέρω, το είδα, διψά…

Σε λίγες ημέρες αρχίζει το σχολείο. Κάπου αλλού, χωρίς εσένα μικρέ φίλε.

Κάπου αλλού παιδιά θα ξυπνήσουν νωρίς, θα διαμαρτυρηθούν που τελείωσε το καλοκαίρι, θα βάλουν την τσάντα στον ώμο και θα συναντήσουν τους φίλους τους.

Εκείνος; Έχει ανάγκη από σχολείο. Από πρόγραμμα. Από όρια, ασφαλώς. Από ειδική επιστημονική υποστήριξη, όπου αυτή απαιτείται.

Περισσότερο απ’ όλα όμως έχει ανάγκη από κάτι που καμία διοικητική πράξη δεν μπορεί να υποκαταστήσει:

Να αισθανθεί ότι κάποιος εξακολουθεί να τον βλέπει ως άνθρωπο.

ΔΕΚΑ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ

Του πήγα ένα βιβλίο. Τη «Σκακιστική Νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ.

Στην κάρτα του έγραψα κάτι σαν: «Ένα βιβλίο για να πιαστείς αυτή τη δύσκολη στιγμή της ζωής σου». Και θέλω να ναι το βιβλίο αυτό κάτι για να πιαστεί να μην πέσει στο κενό. Δεν ξέρω γιατί διάλεξα αυτό. Ίσως επειδή ο ήρωάς του βρίσκεται κλεισμένος στην απομόνωση, χωρίς σχεδόν τίποτε που να μπορεί να κρατήσει το μυαλό του ζωντανό, ώσπου βρίσκει ένα βιβλίο με παρτίδες σκακιού.

Συμφωνήσαμε κάτι απλό. Δέκα σελίδες την ημέρα. Και το βράδυ να τις συζητάμε. Και τις διαβάζει.

Μέσα στις φωνές, μέσα στην ένταση, μέσα στο δωμάτιο που δεν διάλεξε, ένα δεκαπεντάχρονο παιδί μπορεί ακόμη να κάνει μια συμφωνία για δέκα σελίδες ενός βιβλίου.

Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να μας λέει κάτι. Δεν ξέρω τι θα γίνει αυτό το παιδί αύριο. Ξέρω όμως ότι το τι θα γίνει δεν είναι άσχετο με το πώς θα του φερθούμε σήμερα.

ΜΙΚΡΕ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΕ ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΩ ΑΠΟΨΕ

Σήμερα ήταν πάλι σε απόγνωση. Του είπα ότι θα προσπαθήσω να βοηθήσω. Και τώρα πρέπει να κρατήσω αυτή την υπόσχεση. Δεν αρκεί πλέον να πούμε ότι όλοι έχουν καλές προθέσεις. Δεν αρκεί ότι κάποιος τηλεφώνησε. Δεν αρκεί ότι «ο φάκελος προχωρά». Δεν αρκεί ότι «αναζητείται θέση». Γιατί η παιδική ηλικία δεν αναστέλλεται μέχρι να τελειώσει η γραφειοκρατία.

Κάθε ημέρα που περνά είναι μία ημέρα από τη ζωή αυτού του παιδιού που δεν επιστρέφει.

Και αυτός ο θάλαμος, όσο φιλότιμα κι αν προσπαθούν όσοι βρίσκονται γύρω του, δεν είναι ζωή για ένα παιδί.

Δεν ζητώ σήμερα να μου εξηγήσει κάποιος γιατί είναι δύσκολο.

Ζητώ από όσους έχουν αρμοδιότητα —Υπουργεία, κοινωνικές υπηρεσίες, υγειονομικές αρχές, δομές παιδικής προστασίας και κάθε άλλο αρμόδιο φορέα— να απαντήσουν σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα:

ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ;

Όχι κάποτε. Όχι σε λίγες ημέρες. Όχι όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία.

Όχι όταν βρεθεί μια θέση από τύχη. Σήμερα. Να βρεθεί επειγόντως ασφαλής, κατάλληλη και επιστημονικά στελεχωμένη λύση για το παιδί.

Και μέχρι να βρεθεί, να υπάρξει άμεσα ειδικό σχέδιο φροντίδας και προστασίας, ώστε ένα παιδί σε κρίση να μην αντιμετωπίζεται στην πράξη σαν κρατούμενος επειδή το κράτος δεν διαθέτει αλλού χώρο να το προστατεύσει.

Γιατί, αν γνωρίζουμε πλέον όλοι τι συμβαίνει και απλώς περιμένουμε, αύριο δεν θα μπορούμε να πούμε: «Δεν ξέραμε».

Μικρέ μου φίλε,

δεν ξέρω ακόμη αν μπορώ να κρατήσω την υπόσχεση που σου έδωσα.

Ξέρω όμως κάτι.

Δεν μπορώ να σε προσπεράσω κι απόψε.

Και τώρα που έφτασες μέχρι εδώ, αναγνώστη, ούτε εσύ μπορείς να πεις ότι δεν ξέρεις.

Υπάρχει κανείς εκεί έξω;

Μας ακούει κανείς;

Ποιος μπορεί να βοηθήσει αυτό το παιδί — σήμερα;

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ