Κυριακή 05.07.2026

Σοκάρει η περιγραφή της 44χρονης που βιάστηκε στο αυτοκίνητο από τον προϊστάμενό της στη Λάρισα

«Με ακινητοποίησε μέσα στο αυτοκίνητο και μου πίεσε το κεφάλι…» ξεκινάει την περιγραφή των δραματικών στιγμών που έζησε – Η εκπαιδευτικός είναι παντρεμένη με στρατιωτικό

Μια κατά τα φαινόμενα αθώα βραδινή έξοδος μεταξύ συναδέλφων έμελλε να μετατραπεί σε εφιάλτη για μια εκπαιδευτικό στη Λάρισα η οποία κατηγορεί τον προϊστάμενό της ότι τη βίασε μέσα στο αυτοκίνητό του.

Ήδη το υπουργείο Παιδείας εξέδωσε εντολή για διενέργεια Πειθαρχικής και Προκαταρκτικής Εξέτασης, ενώ ο εισαγγελέας έχει καλέσει για την ερχόμενη Δευτέρα τον προϊστάμενο της καταγγέλλουσας για να δώσει εξηγήσεις σχετικά με όσα του καταλογίζει η καθηγήτρια.

Η ίδια μίλησε στο protothema.gr ισχυριζόμενη ότι: «Στην αρχή προσπάθησα να το ξεπεράσω μόνη μου. Νόμιζα ότι θα κοιμηθώ και ήλπιζα ότι την άλλη μέρα που θα ξυπνούσα, ότι όλα θα είχαν ξεχαστεί σαν ένας εφιάλτης… Όμως, δεν μπόρεσα καν να κοιμηθώ ούτε εκείνο το βράδυ ούτε τα επόμενα. Ευτυχώς με στήριξε η οικογένειά μου και με έπεισε ο σύζυγός μου να επισκεφτώ τον ψυχίατρο για ψυχολογική υποστήριξη. Από τότε που πήγα στο γιατρό, μου απαγόρευσε να επιστρέψω στο χώρο εργασίας γιατί αυτό θα επέκτεινε τα προβλήματα και τις πληγές που μου έχει αφήσει το συμβάν. Ενώ είχε οργανωθεί η μετακίνησή μου σε συννενόηση με τον αρμόδιο προϊστάμενο προσωπικού δεν εγκρίνονταν από τον δράστη και δεν έχει εγκριθεί ακόμα και σήμερα».

Στη μηνυτήρια αναφορά της, την οποία παρουσιάζει το protothema.gr η 44χρονη γυναίκα περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα όσα έζησε από τη στιγμή που μπήκε στο αυτοκίνητο του προϊσταμένου, προκειμένου να διασκεδάσουν σε βραδινή έξοδο που είχαν κανονίσει με τον προϊστάμενό της αλλά και με δυο άλλες γυναίκες συναδέλφους της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνάδελφοι από την ίδια εργασία θα έβγαιναν μαζί, ενώ όπως αναφέρει η 44χρονη κάθε φορά η παρέα των εκπαιδευτικών ήταν διαφορετική ανάλογα με το ποιοι μπορούσαν κάθε φορά.  Η καταγγέλλουσα είναι μητέρα δυο παιδιών και σύζυγος αξιωματικού του Στρατού. 

Όπως αναφέρει η 44χρονη ο προϊστάμενός της άρχισε να τη θωπεύει και να την πιέζει ενώ ξεκούμπωσε το παντελόνι εμφανίζοντας το μόριό του«Ξεκούμπωσε και κατέβασε το παντελόνι του και το εσώρουχό του, βγάζοντας έξω τα γεννητικά του όργανα σε κατάσταση στύσης. Επαναλάμβανα διαρκώς μιλώντας του στον πληθυντικό και χωρίς να κοιτάω προς το μέρος του, ξεκάθαρα και κάθετα, πως δεν θέλω να συνεχίσει και να σταματήσει εκεί. Είχα παγώσει και ήμουν ανίκανη να αντιδράσω. Είχα κολλήσει στη γωνία του αυτοκινήτου πανικοβλημένη κοιτώντας διαρκώς κάτω φοβούμενη να μην προβεί σε κάτι περισσότερο και μην μπορώντας να πιστέψω πως βιώνω μια τέτοια κατάσταση. Βλέποντας την αδυναμία αντίδρασής μου, αυτός πίεσε πολύ δυνατά και έντονα δύο φορές το κεφάλι μου προς το π… του, φωνάζοντας «έλα μωρό μου, παρ’ τον λίγο» και επαναλάμβανε όλο και πιο επιτακτικά τη φράση «λίγο μωρό μου, λίγο». Επειδή αντιστεκόμουν, άρχισε να τραβά το χέρι μου προς τα γεννητικά του όργανα επαναλαμβάνοντας πάντα την ίδια φράση «λίγο, μωρό μου, λίγο. Εγώ πλέον ήμουν σε κατάσταση σοκ. Συνέχιζα να αντιστέκομαι και του έλεγα διαρκώς και κάθετα πως δεν θέλω, πως υπερβαίνει τα εσκαμμένα, πως είναι προϊστάμενός μου και πως θέλω να σταματήσει. Του επανέλαβα επίσης, κλαίγοντας, πως, αν σταματήσει στο σημείο εκείνο, θα θεωρήσω το συμβάν λήξαν.

Παρά τα παρακάλια και την αντίστασή μου με ανάγκασε με τη χρήση βίας και χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια να ακουμπήσω το π… του με το χέρι μου. Όμως το χέρι μου είχα προλάβει να το σφίξω σε γροθιά και εκείνος το πίεζε πάνω στο πέος του, έστω και έτσι. Κατάφερα να τραβήξω το χέρι μου και έντρομη προσπάθησα να ανοίξω την πόρτα, όμως ήταν κλειδωμένη. Του επανέλαβα κλαίγοντας πως δε θέλω να σπάσουμε το επαγγελματικό πλαίσιο και πως, αν είχα αντιληφθεί πως με βλέπει διαφορετικά, δε θα πήγαινα. Τον παρακαλούσα να με αφήσει.

Αυτός επαναλάμβανε συνεχώς να μην είμαι μπουμπούνας. Μου είπε πως στη δουλειά δε θα φανεί κάτι, πως ξέρει να τηρεί τα προσχήματα και να σέβεται την ιδιότητά του την ώρα εργασίας». Όπως αναφέρει στη μήνυσή της η εκπαιδευτικός παρακαλούσε κλαίγοντας τον προϊστάμενό της να σταματήσει αλλά εκείνος προσπαθούσε έχοντάς την ακινητοποιημένη να εισχωρήσει μέσα της.

Όταν τελείωσε ο βιασμός μου έμεινα αποσβολωμένη. Ήμουν σοκαρισμένη, και αναρωτιόμουν τι είχε μόλις συμβεί. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω όλα όσα είχαν προηγηθεί, ούτε να πιστέψω πώς συνέβη κάτι τέτοιο σε μένα. Ντρεπόμουν για ό,τι είχε συμβεί και πάνω από όλα ντρεπόμουν εμένα. Ούτε καν να παρηγορηθώ θεωρώντας τον εαυτό μου «τυχερό» μέσα στον ζόφο αυτόν γιατί τον πρόλαβε το τυχαίο γεγονός της εκσπερμάτωσής του πριν καταφέρει να διεισδύσει στον κόλπο μου. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πώς ένας άνθρωπος που παρουσιαζόταν στο γραφείο σε όλους σαν περίπου πατέρας μας μπορούσε να υπακούει στα κατώτερα ένστικτά του και να με βιάσει με τέτοιον τρόπο. Και τα έβαζα και με τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν σε ποιο σημείο της επίθεσης δεν αντέδρασα σωστά και δεν κατάφερα να τον κάνω να σταματήσει. Έφταιγα εγώ; Ήθελα να τηλεφωνήσω στο σύζυγό μου, στους γονείς μου! Ήθελα να έρθουν να με πάρουν, αλλά ντρεπόμουν, ντρεπόμουν πολύ! Δεν ήξερα τι να τους πω….. Να τους πάρω τηλέφωνο, να τους πω, τι; Σκεφτόμουν πόσο χαζή ήμουν που δεν κατάλαβα τις προθέσεις του. Πίστευα πως εκτιμούσαμε ο ένας τον άλλο…. Πόσο χαζή!

Συνέχισε λέγοντας πως ανάλογα με το πλαίσιο, οικογενειακό, επαγγελματικό κ.λπ. όλοι μας παίζουμε ρόλους. Το ρόλο του Διευθυντή, το ρόλο της υπαλλήλου, το ρόλο του συζύγου, το ρόλο του φίλου, ανάλογα με το ποιον συναλλασσόμαστε. Και ανάλογα και με την ώρα. Σχολίασε μάλιστα πως η ενασχόλησή του με την υποκριτική τέχνη τον βοήθησε να ανταποκριθεί στους εκάστοτε ρόλους.  Οι μόνες στιγμές στις οποίες ο ίδιος είναι ο αληθινός του εαυτός είναι οι στιγμές σαν αυτές που προηγήθηκαν, σαν τις στιγμές που ήμαστε μαζί. «Μόνο σε τέτοιες στιγμές είμαι εγώ..» είπε χαρακτηριστικά.

Ταυτόχρονα, φοβόμουν. Ήταν ερημιά, δεν υπήρχαν φώτα ούτε καν σε παρακείμενες εξοχικές κατοικίες και διαμερίσματα, και δεν ήξερα πως έπρεπε να αντιδράσω. Και, το κυριότερο, φοβόμουν μην επαναληφθεί κάτι παρόμοιο ή συμβούν χειρότερα. Ήθελα να φωνάξω, αλλά δεν έβγαινε η φωνή μου. Ήθελα να φωνάξω «τι έκανες;» Να τον βρίσω. Να του πω πως με αηδιάζει και πως τον σιχαίνομαι. Πως δε θέλω ούτε να τον ξαναδώ, ούτε να ακούσω τη φωνή του. Αλλά δεν μπορούσα. Το μόνο που έκανα ήταν να κάθομαι αποσβολωμένη, αμίλητη, ακίνητη, στο αυτοκίνητο, όπως ακριβώς με είχε αφήσει, και το μόνο που ήθελα και ευχόμουν ήταν να γυρίσω σπίτι. Ένιωθα τόσο ντροπιασμένη όσο και βρώμικη». Η 44χρονη ήταν σε κατάσταση σοκ τις επόμενες ημέρες ενώ απέχει από την εργασία της και παρακολουθείται από ψυχολόγο. Η ίδια στη μήνυσή της αναφέρει: «Είμαι σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και λίγες ημέρες μετά το συμβάν λαμβάνω ψυχιατρική υποστήριξη, ώστε να καταφέρω με κάποιον τρόπο να διαχειριστώ το αποτρόπαιο αυτό συμβάν. Ο σύζυγός μου με υποστηρίζει και, παρά το γεγονός ότι ήθελε να πάει και να εκδικηθεί ο ίδιος τον εγκαλούμενο, προσπαθεί να συγκρατηθεί και εκείνος, πράγμα ούτως ή άλλως δύσκολο, όταν βλέπει τη δική μου ψυχολογική κατάσταση. Η ζωή μας έχει διαλυθεί, καθώς εγώ νιώθω ζωντανή νεκρή. Δεν του επιτρέπω ούτε να με αγκαλιάσει, γιατί νιώθω βρώμικη και ατιμασμένη. Κλαίω κατά διαστήματα και σε ανύποπτους χρόνους, χωρίς προφανείς λόγους. Τα παιδιά μας με βλέπουν τόσο στενοχωρημένη και αναστατώνονται και εκείνα. Πρόκειται για μία κατάσταση που διαρκεί ήδη δύο εβδομάδες και είναι δυσβάσταχτη».

thomas-papaliagkas-dikigoros

Από την πλευρά του ο δικηγόρος της 44χρονης Θωμάς Παπαλιάγκας σχολίασε στο protothema.gr«Τέτοιες πράξεις είναι απολύτως καταδικαστέες από όποιον κι αν προέρχονται, κατά μείζονα λόγο όταν προέρχονται από δημόσιο αξιωματούχο με εκμετάλλευση της δεσπόζουσας σχέσης του. Σεβόμενοι την προανακριτική διαδικασία, δεν μπορούμε να πούμε πολλά περισσότερα ούτε βεβαίως και να κάνουμε δημόσια δίκη. Αρκούμαστε σ’αυτά προς το παρόν. Σημειώνω ότι εξίσου μεγάλης ποινικής και ηθικής απαξίας είναι και οι προσπάθειες σπίλωσης της τιμής του θύματος που ξεκίνησαν από την προηγούμενη εβδομάδα όταν και έγινε γνωστό ότι είχε κινηθεί δικαστικώς. Αθλιότητες του τύπου ότι δήθεν υπήρχε συναίνεση ή δήθεν αθώα ερωτήματα όπως «τι γύρευε και βγήκε βράδυ με τον προϊστάμενο» εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική. Από τη στρατηγική αυτή όμως σκόπιμα παραλείπουν ότι είχαν εδώ και πλέον του ενός έτους αναπτυχθεί και σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ προϊσταμένου και πολλών από τους υπαλλήλους του γραφείου, στα πλαίσια των οποίων γίνονταν και διάφορες κοινωνικού τύπου έξοδοι. Εσείς δηλαδή δεν βγαίνετε με συναδέλφους; Σημαίνει ότι μπορεί να βιάζεει ο ένας τον άλλον; Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει βία και άρνηση; Καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αιφνιδιασμός του θύματος; Αντιλαμβάνομαι ότι ο κάθε ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει δικαίωμα κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ακόμη και να ισχυριστεί ψέματα, όμως η κατασυκοφάντηση αυτή, από τη μία πλευρά δεν μπορεί παρά να αποδεικνύει την τέλεση της πράξης και τον δόλο και από την άλλη βλάπτει πολύ περισσότερο την ήδη κλονισμένη εκ του γεγονότος ψυχική υγεία του θύματος. Φανερώνει μάλιστα και παντελή έλλειψη μεταμέλειας».

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :
Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.