Κυριακή 05.07.2026

Στη χαραυγή της ηλεκτροκίνησης

Του Χρήστου Αποστολόπουλου

Μπορεί η προχθεσινή ανακοίνωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη αναφορικά με την απόφαση της χώρας μας να απαγορεύσει την πώληση νέων αυτοκινήτων με κινητήρες ντίζελ και βενζίνης με χρονικό ορίζοντα το 2030 να έπιασε εξαπίνης πολλούς εξ υμών, εντούτοις τόσο η αγορά αυτοκινήτου (εγχώρια και μη) όσο και οι εταίροι μας στις Βρυξέλλες, δεν πιάστηκαν στον ύπνο. Το αντίθετο μάλιστα, μιας και η διαφαινόμενη εδώ και καιρό μαζική στροφή της αυτοκίνησης προς την ηλεκτροκίνηση -και συνολικά σ’ ένα μοντέλο σύγχρονης κινητικότητας με βιώσιμα χαρακτηριστικά– αποτελεί εδώ και καιρό μέρος μιας σειράς σημαντικών πρωτοβουλιών στον τομέα της ενέργειας που καλείται να υλοποιήσει, και με συγκεκριμένο μάλιστα χρονοδιάγραμμα, κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σίγουρα, η στροφή της αυτοκίνησης προς ένα μέλλον απαλλαγμένο από εκπομπές ρύπων δεν θα πραγματοποιηθεί εν μια νυκτί. Τόσο στην υπόλοιπη Ευρώπη, όσο και στη Ελλάδα.  Άλλωστε, τα εννέα σχεδόν χρόνια που μεσολαβούν μέχρι το “τέλος εποχής” των κινητήρων εσωτερικής καύσης είναι αρκετά προκειμένου η αυτοκίνηση, και η χώρα μας ειδικότερα, να προετοιμαστούν κατάλληλα. Αρκεί να γίνουν έγκαιρα και με σχεδιασμό που να βλέπει μπροστά τα κατάλληλα βήματα.

Ποια είναι τα αυτά; Ας μη γελιόμαστε. Αυτό που -όχι άδικα- τρομάζει σήμερα τους καταναλωτές, και δη τους Έλληνες, όσον αφορά τα οχήματα μηδενικών εκπομπών είναι η υψηλή τιμή τους. Και φυσικά η έλλειψη υποδομών φόρτισης που καλούνται να τα υποστηρίξουν. Για το πρώτο, η αυτοκινητοβιομηχανία έχει ήδη αρχίσει να “βλέπει” την απάντηση, καθώς όλοι εκτιμούν ότι το κόστος αγοράς ενός ηλεκτρικού οχήματος θα εξισωθεί με το αντίστοιχο ενός συμβατικού, το αργότερο έως το 2026. Και αυτό για διάφορους λόγους, άμεσα συνδεδεμένους τόσο με την πρόοδο της τεχνολογίας στον τομέα της εξέλιξης μπαταριών, όσο και με την ευρύτερη διάδοση των ηλεκτρικών οχημάτων, που σε συνδυασμό θα “ρίξουν” το κόστος τους. Και οι υποδομές; Εδώ, η χώρα μας έχει μείνει αρκετά πίσω, παρά τις όποιες προσπάθειες των τελευταίων (λίγων) ετών για την αναβάθμισή τους.

Ενδεικτικό των αλμάτων που πρέπει να γίνουν όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην πλειοψηφία των κρατών της γηραιάς ηπείρου, είναι το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αυτή την περίοδο προετοιμάζεται πυρετωδώς προκειμένου να παρουσιάσει τις θέσεις του σχετικά με τον Κανονισμό Υποδομής Εναλλακτικών Καυσίμων (Alternative Fuels Infrastructure Regulation – AFIR) που πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο που μας πέρασε. Στο πλαίσιο αυτό και με σημείο αναφοράς το πλάνο και τις προτάσεις “Fit for 55” της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι μέσες εκπομπές ρύπων των νέων αυτοκινήτων θα πρέπει να μειωθούν έως το 2030 κατά 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 2021 και κατά 100% έως το 2035, γεγονός που ουσιαστικά βάζει “τέλος” στην Ευρώπη στα αυτοκίνητα που τροφοδοτούνται με κινητήρες εσωτερικής καύσης.

Επιπρόσθετα, η πρόταση της ΕΕ θα ορίζει επίσης και το καθεστώς που πρέπει κάθε χώρα μέλος να υιοθετήσει όσον αφορά την “ποσότητα” των υποδομών φόρτισης. Προηγούμενες μάλιστα εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής είχαν ήδη δείξει ότι για μείωση του CO2 κατά 50%, απαιτούνται περί τα 6 εκατομμύρια δημόσιοι φορτιστές έως το 2030. Και εδώ η χώρα μας, όπως και πολλοί άλλοι Ευρωπαίοι, θα πρέπει να επιταχύνουν τις δράσεις τους.

Αυτή τη στιγμή η κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη –πολλώ δε μάλλον στη χώρα μας με τους μόλις 0,2(!) δημόσιους φορτιστές ανά 100 χλμ.- είναι ενδεικτική των προκλήσεων. Καθώς το 70% όλων των φορτιστών στην Ευρώπη είναι συγκεντρωμένο σε μόλις τρεις χώρες -την Ολλανδία (66.665), τη Γαλλία (45.751) και τη Γερμανία (44.538)- συνολικά οι χώρες αυτές αποτελούν μόνο το 23% της συνολικής επιφάνειας της ΕΕ, ενώ το υπόλοιπο 30% της υποδομής φόρτισης είναι διάσπαρτο στο υπόλοιπο 77%.

Το ζήτημα των υποδομών, ώστε το ελληνικό κοινό να αγκαλιάσει με θέρμη, και όχι με διστακτικότητα, την ηλεκτροκίνηση, αποτελεί τη μια μεριά του νομίσματος, με τη δεύτερη να αφορά το μέλλον του υπάρχοντος στόλου συμβατικών οχημάτων -που με δεδομένες τις εξελίξεις, μοιραία θα μείνουν εκτός εμπορικού κάδρου. Γιατί -κακά τα ψέματα- ποιος θα είναι διατεθειμένος το 2028, το 2029 ή και μετά το 2030, να αγοράσει στη Ελλάδα ένα μεταχειρισμένο, πλην όμως ρυπογόνο όχημα “παλιάς” τεχνολογίας;

Και εδώ, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των υποδομών φόρτισης, απαιτούνται απαντήσεις. Αλλά και συγκεκριμένα μέτρα και πρωτοβουλίες.

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :

https://www.capital.gr/

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.