Κυριακή 05.07.2026

ΗΠΑ: Η αμερικανική δικαιοσύνη επικυρώνει την αναστολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού

Αμερικανικό ομοσπονδιακό εφετείο επικύρωσε χθες την αναστολή του υποχρεωτικού εμβολιασμού για τους εργαζομένους σε μεγάλες επιχειρήσεις, μέτρου που προωθούσε η κυβέρνηση Μπάιντεν.

 

Η εξέλιξη ακολουθεί ταυτόσημη δικαστική απόφαση της περασμένης εβδομάδας που ανέστειλε το μέτρο.

Προέβλεπε τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά της Covid-19 δεκάδων εκατομμυρίων εργαζομένων σε εταιρίες με περισσότερους από 100 υπαλλήλους έως τις 4 Ιανουαρίου, οι οποίοι διαφορετικά θα πρέπει να υποβάλλονται σε πολύ συχνά διαγνωστικά τεστ.

Υποχρέωση η οποία, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αφορά πάνω από τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού της χώρας και την οποία το δικαστήριο επέκρινε, χαρακτηρίζοντάς τη «εκπληκτικά ευρεία».

Σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, που δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας, το μέτρο αυτό ενδέχεται να μην είναι συνταγματικό.

«Απειλεί» να καταφέρει «σημαντικό πλήγμα» στην «ελευθερία των πολιτών που διστάζουν (…) οι οποίοι καλούνται να επιλέξουν μεταξύ της εργασίας τους και του εμβολιασμού τους», τόνισε ο δικαστής Κουρτ Ντ. Ένγκελχαρτ.

 

«Από την οικονομική αβεβαιότητα έως τις διαμάχες στον χώρο της εργασίας, το φάσμα και μόνο αυτής της υποχρέωσης έχει συμβάλει να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα αναρίθμητοι πολίτες τους τελευταίους μήνες», ανέφερε ο δικαστής.

Στο δικαστήριο είχαν προσφύγει αρκετές πολιτείες –Τέξας, Λουιζιάνα, Νότια Καρολίνα, Γιούτα, Μισισίπι–, πολλές επιχειρήσεις και θρησκευτικές οργανώσεις.

Παρότι πρόκειται απλά για αναστολή σε αυτή τη φάση, η απόφαση αυτή αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τον Δημοκρατικό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, που μόλις κατήγαγε την πρώτη του μεγάλη νομοθετική νίκη, με την υιοθέτηση την περασμένη εβδομάδα από το Κογκρέσο του σχεδίου του για τις επενδύσεις σε υποδομές.

«Ο εμβολιασμός είναι ο καλύτερος τρόπος για να βγούμε από αυτή την πανδημία», σχολίασε ο Τζο Μπάιντεν σε δήλωσή του που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, τονίζοντας ότι θα «προτιμούσε να αποφύγει αυτή την υποχρέωση». «Παραμένουν ανεμβολίαστοι πάρα πολλοί άνθρωποι για να μπορέσουμε να τελειώσουμε μ’ αυτήν οριστικά», εκτίμησε ο ίδιος.

Σύμφωνα με το κείμενο, η ισχύς του οποίου ανεστάλη, εναπόκειται στον εργοδότη να λάβει μέτρα που ο ίδιος κρίνει απαραίτητα, μεταξύ των οποίων και πειθαρχικά, σε βάρος όσων δεν θέλουν να εμβολιαστούν ή να υποβάλλονται τακτικά σε διαγνωστικά τεστ. Οι εταιρίες που δεν εφαρμόζουν την υποχρέωση αυτή μπορεί να επιβαρύνονται με πρόστιμα από 13.000 έως 136.000 δολάρια.

Ωστόσο στη χώρα των ατομικών ελευθεριών, η αμερικανική εκδοχή του υγειονομικού πιστοποιητικού προκαλεί κατακραυγή, ειδικά στους αντιπολιτευόμενους Ρεπουμπλικάνους.

Στα μέσα Νοεμβρίου, περίπου το 68% του αμερικανικού πληθυσμού –το 81% των ενηλίκων– είχε λάβει τουλάχιστον μια δόση εμβολίου κατά της Covid-19.

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :

https://www.cnn.gr/

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.