Κυριακή 05.07.2026

Αλλαγές στην έκθεση του ΕΟΔΥ για νοσηλείες και διασωληνώσεις

Αλλαγές προωθούνται στον τρόπο καταγραφής των ευρημάτων που αφορούν κυρίως τις νοσηλείες και τις διασωληνώσεις ασθενών στις μονάδες εντατικής θεραπείας, όπως ανέφερε ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Θεοκλής Ζαούτης, στο πλαίσιο της συνάντησης δημοσιογράφους. Στόχος να μην δίνεται το λάθος μήνυμα πως εμβολιασμένοι άνθρωποι καταλήγουν ευκολότερα στην εντατική από ό,τι στην πραγματικότητα ισχύει.

Στο πλαίσιο της συνάντησης που είχε ο Θεοκλής Ζαούτης με τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους του ιατρικού ρεπορτάζ τους ανακοίνωσε ότι οι αλλαγές θα γίνουν ώστε να υπολογίζεται το ποσοστό των μη εμβολιασμένων ασθενών που νοσούν και διασωληνώνονται στο σύνολο των μη εμβολιασμένων ανθρώπων. Αντίστοιχα, θα υπολογίζεται ο αριθμός των εμβολιασμένων ασθενών που φτάνουν στην εντατική στο σύνολο των εμβολιασμένων.

Με τη χαρακτηριστική φράση «δεν μπορεί να μετράμε μήλα και πορτοκάλια μαζί» ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας τόνισε την ανάγκη να υπάρξει μία λεπτομερέστερη καταγραφή για να βγαίνουν τα ποσοστά των ανθρώπων που δεν έχουν εμβολιαστεί και νοσούν τόσο βαριά ώστε χρειάζεται να διασωληνωθούν, με σωστό παρονομαστή στο κλάσμα.

Εάν σε αυτήν την ανάγνωση διαβαστούν σωστά τα στοιχεία, προκύπτει το πολύ σημαντικό εύρημα ότι τα εμβόλια είναι αποτελεσματικά σε ποσοστό 89%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αλλαγές προωθούνται ώστε να μην βγαίνει το λάθος μήνυμα πως εμβολιασμένοι άνθρωποι καταλήγουν ευκολότερα στην εντατική από ό,τι στην πραγματικότητα ισχύει.

Παράλληλα, ο Θεοκλής Ζαούτης σημείωσε ότι προκειμένου να ξεδιαλύνει το τοπίο σχετικά με τους θανάτους από κορονοϊό σε όλες τις χώρες – τουλάχιστον της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ώστε να μην εμφανίζεται κάποια χώρα με περισσότερους θανάτους χωρίς ωστόσο να συγκρίνονται τα ίδια μεγέθη με τις άλλες χώρες, θα προβεί σε αίτημα στο ευρωπαϊκό κέντρο ελέγχο ECDC ώστε να έχουμε ένα ενοποιημένο σύστημα καταγραφής.

Για παράδειγμα, αυτή τη στιγμή η Μεγάλη Βρετανία αποδίδει στον κορονοϊό οποιοδήποτε θάνατο συμβεί εντός 28 ημερών από το θετικό τεστ του ασθενή. Στην Ελλάδα ακολουθούμε το πρωτόκολλο του ΠΟΥ, και καταγράφεται το σύνολο των θανάτων, ακόμη και εάν έχουν περάσει τέσσερις μήνες από τη διάγνωση, το οποίο όμως δεν τηρείται από άλλες χώρες. Στη Βρετανία υπολογίζουν τους θανάτους από covid-19, μέχρι και 28 μέρες από τη διάγνωση. Όπως είπε ο Χρ. Ζαούτης αν στην Ελλάδα ακολουθούσαμε το σύστημα καταγραφής της Βρετανίας θα καταγράφαμε 20% λιγότερους θανάτους από covid.

Η Ισπανία από την άλλη ακολουθεί δικό της σύστημα σύμφωνα με το οποίο ο θάνατος αποδίδεται στον κορονοϊό αν συμβεί εντός 30 ήμερων από το θετικό τεστ, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες όπως η Σουηδία και η Δανία λαμβάνουν υπόψη τους μόνο τα θετικά μοριακά τεστ νοσηλευόμενου ασθενούς για να κατοχυρώσουν έναν θάνατο ως οφειλόμενο στον κορονοϊό.

Αρκετές χώρες μετρούν ως θάνατο από κορονοϊό μόνο τους θανάτους που καταγράφονται σε νοσηλευόμενους ασθενείς και όχι αφού ο ασθενής πάρει εξιτήριο και πάει σπίτι του δηλαδή δεν μετρούν θανάτους post Covid και δεν μετρούν θανάτους από υποκείμενο αφού έχει παρέλθει η λοίμωξη του κορονοϊού.

Καθίσταται, λοιπόν, επείγουσα η ανάγκη να υπάρξει ένα νέο σύστημα καταγραφής γιατί μέσω αυτών των σκληρών δεικτών σχεδιάζονται πολιτικές υγείας με την υιοθέτηση μέτρων και θα πρέπει η εικόνα να είναι ξεκάθαρη.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://www.liberal.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.