Κυριακή 05.07.2026

Δεν αρκεί η απόσταση των δύο μέτρων για την προφύλαξη από τον κορωνοϊό, λέει Έλληνας επιστήμονας του Cambridge

Ο κανόνας της τήρησης απόστασης δύο μέτρων για λόγους προφύλαξης εν μέσω πανδημίας είναι ένας μάλλον αυθαίρετος και τυχαία επιλεγμένος αριθμός, παρά κάποιο σαφές μέτρο ασφάλειας, σύμφωνα με μια νέα επιστημονική έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ στη Βρετανία, με επικεφαλής έναν Έλληνα επιστήμονα της διασποράς.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή εφαρμοσμένης θερμοδυναμικής Επαμεινώνδα Μαστοράκο του Τμήματος Μηχανικών (και με τη συμβολή ενός ακόμη Έλληνα ερευνητή στην ίδια σχολή, του μηχανολόγου-μηχανικού Σάββα Γκαντώνα, απόφοιτου του ΑΠΘ), οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Φυσικής των Ρευστών “Physics of Fluids”, χρησιμοποίησαν υπολογιστικά μοντέλα και προσομοιώσεις για να μελετήσουν πώς εξαπλώνονται τα σταγονίδια του βήχα.

Βρήκαν ότι, χωρίς την χρήση μάσκας, ένας άνθρωπος με Covid-19 που βήχει, μπορεί να μολύνει έναν άλλον άνθρωπο σε απόσταση τουλάχιστον δύο μέτρων ή και περισσότερο, ακόμη και σε ανοικτό χώρο. Διαπιστώθηκε ότι ο τρόπος βηξίματος διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, με συνέπεια η “ασφαλής” απόσταση να είναι από ένα έως τρία μέτρα, ανάλογα με το πόσο ανεκτική στον κίνδυνο θέλει να είναι μια αρχή δημόσιας υγείας.

Τα ευρήματα, σύμφωνα με τους ερευνητές, δείχνουν ότι από μόνη της η τήρηση σωματικής απόστασης δεν συνιστά αποτελεσματικό μέτρο προστασίας, γι’ αυτό συνεχίζουν να είναι σημαντικοί οι εμβολιασμοί, ο καλός αερισμός των κλειστών χώρων και η χρήση μάσκας, ιδίως καθώς πλησιάζει ο χειμώνας στο βόρειο ημισφαίριο (όπου και η Ελλάδα).

Παρά την εστίαση της προσοχής στο πλύσιμο των χεριών και στον καθαρισμό των επιφανειών κατά την αρχική φάση της πανδημίας, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ο κορωνοϊός πρωτίστως εξαπλώνεται αερογενώς, όχι μόνο μέσω του βήχα ή του φτερνίσματος, αλλά και της απλής ομιλίας, ακόμη και της εκπνοής.

Ο Μαστοράκος είναι ειδικός στη μηχανική των ρευστών και στη διάρκεια της πανδημίας, μαζί με τους συνεργάτες του, έχει αναπτύξει διάφορα μοντέλα για τον τρόπο που εξαπλώνεται η Covid-19. Η νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κάποιο ξεκάθαρο όριο εξάπλωσης των δυνητικά μολυσμένων σταγονιδίων. Όταν κάποιος βήχει και δεν φοράει μάσκα, τα περισσότερα σταγονίδια μεγαλύτερου μεγέθους και βάρους γρήγορα πέφτουν στις κοντινές επιφάνειες. Όμως τα μικρότερα και ελαφρύτερα σταγονίδια αιωρούνται στον αέρα για περισσότερη ώρα και μπορούν να εύκολα να εξαπλωθούν πέρα από τα δύο μέτρα.

«Ακόμη κι αν αποβάλω τον ίδιο αριθμό σταγονιδίων κάθε φορά που βήχω, επειδή η ροή είναι ταραγμένη, υπάρχουν διακυμάνσεις. Αν βήχω, οι διακυμάνσεις στην ταχύτητα, στη θερμοκρασία και στην υγρασία σημαίνουν ότι η ποσότητα που κάποιος στέλνει σε απόσταση δύο μέτρων, μπορεί να είναι πολύ διαφορετική κάθε φορά», ανέφερε ο Μαστοράκος.

Όπως τόνισε, μολονότι ο κανόνας των δύο μέτρων είναι ένα αποτελεσματικό και εύκολο να απομνημονευτεί μήνυμα για το κοινό, δεν σηματοδοτεί μια πραγματική ασφάλεια, δεδομένου του μεγάλου αριθμού παραμέτρων που σχετίζονται με έναν ιό που μεταδίδεται αερογενώς. Γι’ αυτό, όπως είπε, τα εμβόλια, ο αερισμός και οι μάσκες – μολονότι δεν είναι αποτελεσματικά 100% – είναι ζωτικά για τον περιορισμό του κορωνοϊού.

«Όλοι απεγνωσμένα περιμένουμε να δούμε το τέλος της πανδημίας, όμως απευθύνουμε ισχυρή σύσταση στους ανθρώπους να συνεχίσουν να φοράνε μάσκες στους κλειστούς χώρους, όπως στα γραφεία, στις τάξεις και στα καταστήματα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εκθέτει κάποιος τον εαυτό του σε τέτοιο κίνδυνο, όσο ο ιός είναι ακόμη μαζί μας», πρόσθεσε ο Έλληνας ερευνητής, ο οποίος είναι απόφοιτος του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του Κολλεγίου Imperial του Λονδίνου, από όπου πήρε και το διδακτορικό του (1993), ενώ στο Κέιμπριτζ είναι καθηγητής από το 2000.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.