Κυριακή 05.07.2026

Κορωνοϊός – Ανοσία: Ο παράγοντας που προσφέρει έξτρα προστασία από την Covid-19

Σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό πόρισμα για την πορεία της πανδημίας κατέληξαν ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης (UZH), οι οποίοι διαπίστωσαν ότι ακόμα ένα στοιχείο που συμβάλλει στην ανοσοποίηση ενάντια στον ιό SARS-CoV-2 που προκαλεί τη λοίμωξη COVID-19 είναι μια προηγούμενη μόλυνση με άλλους, ακίνδυνους κορωνοϊούς, που ούτως ή άλλως υπήρχαν πριν την εμφάνιση του τρέχοντος στελέχους.

Για την πραγματοποίηση της μελέτης, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια ειδικά διαμορφωμένη χημική ανάλυση με στόχο να αναλύσουν τα επίπεδα των αντισωμάτων έναντι τεσσάρων άλλων κορωνοϊών που προσβάλλουν τον άνθρωπο σε 825 δείγματα πλάσματος που ελήφθησαν πριν από την εμφάνιση του SARS-CoV-2. Ακόμα, εξέτασαν 389 δείγματα από δότες που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2.

Συνδυάζοντας αυτές τις αναλύσεις και χρησιμοποιώντας μοντέλα που βασίζονται σε υπολογιστή, κατάφεραν με ακρίβεια να προβλέψουν πόσο αποτελεσματικά τα αντισώματα θα συνδεθούν και θα εξουδετερώσουν τους ιούς- εισβολείς.

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων 

Οι ερευνητές καταφέραν να αποδείξουν ότι όσοι νόσησαν με τον ιό SARS-CoV-2 είχαν χαμηλότερα αντισώματα ενάντια σε άλλους κορωνοϊούς που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα σε σύγκριση με άτομα που δεν είχαν μολυνθεί. Επιπλέον όμως, τα άτομα με υψηλά επίπεδα αντισωμάτων ενάντια στους αβλαβείς κορωνοϊούς ήταν λιγότερο πιθανό να νοσηλευτούν μετά την μόλυνση από τον ιό SARS-CoV-2. «Κάποιος που έχει αποκτήσει ανοσία από κάποιον ιό που ανήκει στην οικογένεια των κορωνοϊών προστατεύεται καλύτερα από τη σοβαρή λοίμωξη που προκαλεί ο SARS-CoV-2» σημειώνει η Alexandra Trkola, επικεφαλής του Ινστιτούτου Ιατρικής Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Αυτός ο τύπος ανοσοαπόκρισης αναφέρεται ως διασταυρούμενη ανοσία και εμφανίζεται επίσης με τις αποκρίσεις των Τ κυττάρων, την πρόσθετη γραμμή του ανοσοποιητικού συστήματος στην άμυνα κατά των λοιμώξεων.

Όμως, η αποτελεσματική προστασία από τον SARS-CoV-2 προκύπτει πλήρως μόνο λίγο μετά την ανάρρωσή τους από μια λοίμωξη ή αφού έχουν εμβολιαστεί. Αυτό συμβαίνει όταν τα επίπεδα αντισωμάτων κατά του ιού είναι ακόμα πολύ υψηλά. Καθώς αυτά τα επίπεδα εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου, η μόλυνση δεν μπορεί να αποτραπεί, όμως η ανοσολογική μνήμη επανενεργοποιεί γρήγορα την άμυνα του οργανισμού, με την παραγωγή αντισωμάτων καθώς και την άμυνα των Τ κυττάρων. «Φυσικά, οι ανοσολογικές αποκρίσεις που στοχεύουν στον ιό SARS-CoV-2 που ενεργοποιούνται από τα κύτταρα μνήμης είναι πολύ πιο αποτελεσματικές από την διασταυρούμενη ανοσία. Αλλά παρόλο που η προστασία δεν είναι απόλυτη, οι διασταυρούμενες ανοσολογικές αποκρίσεις συντομεύουν τη μόλυνση και μειώνουν τη σοβαρότητα της νόσου. Αυτό ακριβώς επιτυγχάνεται και μέσω του εμβολιασμού πολύ πιο αποτελεσματικά», σύμφωνα με την Alexandra Trkola.

Δουλεύει όμως αυτή η διασταυρούμενη ανοσία αντίστροφα; Δηλαδή προσφέρει η ανοσία στον ιό SARS-CoV-2, μέσω του εμβολιασμού για παράδειγμα, ανοσία και στους άλλους κορωνοϊούς όπως αυτούς του κοινού κρυολογήματος; Σύμφωνα με τον ιολόγο, κάτι τέτοιο ακόμα δεν είναι γνωστό στην ερευνητική κοινότητα, αλλά μένει να διερευνηθεί.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.