Κυριακή 05.07.2026

Κορωνοϊός: Ο παράγοντας που αυξάνει την ευαλωτότητα στον SARS-CoV-2

Ο SARS-CoV-2 είναι γνωστό ότι επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα στους ηλικιωμένους, οι οποίοι εκδηλώνουν πιο σοβαρά συμπτώματα και διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο νοσηλείας και θανάτου. Μια ομάδα Ιταλών και Αμερικανών Επιστημόνων υπό την καθοδήγηση του  μοριακού βιολόγου  Fabrizio d’Adda di Fagagna ερευνητή του Ινστιτούτου  Μοριακής Βιολογίας IFOM  αναφέρει ότι η έκφραση του κυτταρικού υποδοχέα του ιού – ACE2 – απαραίτητη για την είσοδο του ιού στα ανθρώπινα κύτταρα, φαίνεται ότι αυξάνεται στους πνεύμονες των γηραιών ποντικιών αλλά και ανθρώπων.

Επιπρόσθετα δείχνουν ότι η έκφραση του κυτταρικού υποδοχέα ACE2 αυξάνεται αντιστρόφως ανάλογα με το μήκος ή την δυσλειτουργία των τελομερών – χαρακτηριστικούς σηματοδότες της γήρανσης – σε καλλιέργειες ανθρώπινων κυττάρων στο εργαστήριο και σε ποντίκια. Πρόκειται για μια αύξηση που εξαρτάται από βλάβες του DNA συνεπεία δυσλειτουργικών τελομερών. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο EMBO Reports του περιοδικού του Ευρωπαικού Οργανισμού Μοριακής Βιολογίας και επιχειρούν να δώσουν μια μοριακή ερμηνεία της αυξημένης ευαλωτότητας των ηλικιωμένων στον SARS-CoV-2, ενώ φαίνεται ότι συσχετίζουν τα κοντά τελομερή και τη συνακόλουθη βλάβη του DNA με την μεγαλύτερη ευαισθησία στον νέο κορωνοϊό.

Οι ακριβείς λόγοι για τη μεγαλύτερη πιθανότητα σοβαρών συμπτωμάτων και θανάτου στους ηλικιωμένους ως απόκριση σε λοίμωξη από SARS-CoV-2 παραμένουν ασαφείς. Η έκφραση του ACE2 έχει συσχετιστεί θετικά με την ηλικία των ασθενών, π.χ. στο ρινικό επιθήλιο, το πρώτο σημείο εισόδου του SARS-CoV-2 στον οργανισμό. Η χαμηλότερη έκφραση του ACE2 σε παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες ενδεχομένως εξηγεί τη μικρότερη διασπορά της COVID-19 στα παιδιά, ενώ εικάζεται ότι η έκφραση και κατανομή του υποδοχέα ACE2 μπορεί να αποτελεί δείκτη της μεταδοτικότητας και της πρόγνωσης της COVID-19.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας η έκφραση της πρωτεΐνης ACE2 είναι αυξημένη σε γηρασμένους πνεύμονες ανθρώπου και ποντικού, συμπεριλαμβανομένων των κυψελιδικών επιθηλιακών κυττάρων τύπου II (ATII). Στους πνεύμονες, το ACE2 βρίσκεται ως επί το πλείστον στην επιφάνεια των κυττάρων ATII και, επομένως, αυτά τα κύτταρα είναι πιθανότατα ο πρωταρχικός στόχος του ιού. Ο SARS-CoV-2 εξαπλώνεται κυρίως μέσω των αναπνευστικών σταγονιδίων και ο πνεύμονας είναι το πρώτο όργανο-στόχος του ιού – άλλωστε η πνευμονία είναι η συχνότερη επιπλοκή που παρατηρείται σε ασθενείς με COVID-19, σε ποσοστό 91%.

Με σκοπό να αποκαλυφθούν οι μοριακοί μηχανισμοί που οδηγούν στην αύξηση του ACE2 κατά την γήρανση οι ερευνητές στράφηκαν σε σχετιζόμενα με τη γήρανση μοντέλα που αφορούν τα τελομερή. Τα τελομερή είναι ειδικοί προστατευτικοί σχηματισμοί που «σφραγίζουν» τις δυο άκρες των χρωματοσωμάτων για να προστατεύσουν το DNA από τη φθορά, που συμβαίνει τόσο κατά τις κυτταρικές διαιρέσεις όσο και σε άλλες περιπτώσεις που δημιουργείται βλάβη στο DNA. Πολύ κοντά τελομερή ενεργοποιούν τα σηματοδοτικά μονοπάτια της βλάβης στο DNA.

Οι ερευνητές πειραματίστηκαν με μεθόδους που παρεμποδίζουν την γονιδιακή και πρωτεινική έκφραση του υποδοχέα ACE2 μετά την βλάβη των τελομερών σε κυτταρικές καλλιέργειες γηρασμένων κυττάρων ή σε ποντίκια, αλλά και με μεθόδους όπου ενεργοποιήθηκε η απόκριση βλάβης του DNA χωρίς να έχει μειωθει το μήκος των τελομερών. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι είναι η ενεργοποίηση της απόκρισης βλάβης του DNA, και όχι η ίδια η βράχυνση του τελομερούς, που ευθύνεται για την αυξημένη δραστηριότητα του ACE2. Η κατανόηση του μηχανισμού με τον οποίο η ηλικία αυξάνει την ευαισθησία στη λοίμωξη από SARS-CoV-2 είναι σημαντική για τον σχεδιασμό στοχευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την «διαχείριση» της απόκρισης της βλάβης του DNA στη βράχυνση των τελομερών.

Ο υποδοχέας ACE2 παίζει επίσης ρόλο στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της ισορροπίας των υγρών και αλάτων στον οργανισμό και εκφράζεται και σε άλλους ιστούς οργάνων όπως της καρδιάς και των νεφρών. Τα ευρήματα της τρέχουσας μελέτης μπορεί επομένως να έχουν ευρύτερες εφαρμογές πέραν της COVID-19.

Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί εάν η μείωση της έκφρασης του υποδοχέα ACE2 έχει ευεργετικά αποτελέσματα στα ποσοστά μόλυνσης από τον SARS-CoV-2 και στη σοβαρότητα των συμπτωμάτων της  COVID-19. Πρέπει επίσης να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες για να κατανοηθεί πώς η μοριακή σηματοδότηση της βλάβης στο DNA οδηγεί σε αυξημένη έκφραση του γονιδίου του ACE2.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

 

 

 

 

 

 

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.