Κυριακή 28.11.2021

Μπορεί ο Λουκασένκο να χρησιμοποιήσει τη μετανάστευση για να σπείρει διχόνοια μεταξύ των χωρών της ΕΕ;

Οι χώρες-μέλη της ΕΕ που συνορεύουν με τη Λευκορωσία αντιμετωπίζουν αυτή την περίοδο τις μεγαλύτερες μεταναστευτικές ροές μέσω μιας ανατολικοευρωπαϊκής οδού που ανακαλύφθηκε πρόσφατα. Καθώς οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία καταδίκασαν επισήμως την παράτυπη επανεκλογή του Λουκασένκο τον Αύγουστο του 2020, η γειτονική τους αυτή δικτατορία ανταποδίδει χρησιμοποιώντας των όπλο τη μετανάστευσης.

Στις αρχές του Νοεμβρίου, η Πολωνία αντιμετώπισε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών και την απειλή μιας μαζικής εισόδου στη χώρα. Η κατάσταση εντάθηκε μέχρι του σημείου οι γειτονικές χώρες να υποσχεθούν στήριξη, στέλνοντας στρατεύματα για να εμποδιστεί η είσοδος. Μολονότι αυτοί οι αριθμοί ακόμη δεν συγκρίνονται με τις μαζικές ροές που είδαμε στη Νότια Ευρώπη το 2016, είναι σοβαρός ο κίνδυνος της υπερφόρτωσης των υποδομών σε Λιθουανία και Πολωνία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζει αυτή την κρίση ως πολιτική πράξη επιθετικότητας και όχι ως απλώς ένα πρόβλημα μετανάστευσης. Η κατάσταση στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ αποκαλύπτει επίσης ελλείμματα στην πολιτική προστασίας των εξωτερικών συνόρων – οι χώρες δεν είναι εξίσου προετοιμασμένες, δεν διαθέτουν καθοδήγηση ως προς τον έλεγχο μαζικών εισροών καθώς και ως προς τη συμμόρφωση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ενώ ήδη έχουν αναληφθεί προσπάθειες για την επίλυση των προβλημάτων μέσω της μεταρρύθμισης του Κοινού Συστήματος Ασύλου της ΕΕ, οι προτάσεις μπορεί να προσαρμοστούν ανάλογα με το αποτέλεσμα της κρίσης.

Το πρώτο προφανές πρόβλημα είναι η άνιση κατανομή των πόρων διαχείρισης της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις Σένγκεν, η απόδοση καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να γίνεται στη χώρα εισόδου στην ΕΕ. Οι νοτιοανατολικές χώρες όμως δεν διαθέτουν τους ανθρώπινους πόρους για τη συλλογή των βιομετρικών δεδομένων των μεταναστών, τον έλεγχό τους στη βάση δεδομένων αποτυπωμάτων της ΕΕ, και την αξιολόγηση των ατομικών αιτήσεων ασύλου. Αυτά τα διαχειριστικά προβλήματα αποκαλύπτουν την ανάγκη η ΕΕ να επανεκτιμήσει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει στα ανατολικά της σύνορα. Αν προηγουμένως οι περισσότεροι πόροι διαχείρισης της μετανάστευσης κατανέμονταν στις χώρες της νότιας Ευρώπης, είναι πλέον αναγκαία κάποια ανακατανομή ώστε να εξοπλιστούν οι χώρες της Βαλτικής.

Δεύτερον, το μεγαλύτερο κενό στην πολιτική προστασίας των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ είναι η ελλειμματική προσέγγιση έναντι της μαζικής μετανάστευσης. Το 2016, η διαχείριση μεγάλων εισροών θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως ήταν δυσκολότερη λόγω των θαλασσίων συνόρων. Η σημερινή όμως κακοδιαχείριση της μαζικής εισροής επιδεινώθηκε και από την μη ικανοποιητική προστασία των συνόρων ΕΕ-Λευκορωσίας, όπου απουσιάζουν φυσικά φράγματα ή συστήματα επιτήρησης. Στην αρχή υπήρξε μεγάλη σύγχυση, όχι μόνο μεταξύ των συνοριοφυλάκων, αλλά και μεταξύ των κρατικών αξιωματούχων – πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν τη μαζική εισροή αν είναι αδύνατο να σταματήσουν τους μετανάστες και να τους κατευθύνουν στα επίσημα συνοριακά σημεία ελέγχου;

Καθώς οι Λιθουανοί συνοριοφύλακες άρχισαν να γυρίζουν πίσω μετανάστες πριν αυτοί μπορέσουν να διασχίσουν τα σύνορα, η ΕΕ ενέκρινε τέτοιες δράσεις μόνο εκ των υστέρων. Με άλλα λόγια, οι φορείς της ΕΕ δεν μπορούσαν να παράσχουν σαφή καθοδήγηση εκ των προτέρων, και η Λιθουανία μπορούσε μόνο να ελπίζει ότι οι πρακτικές της θα εγκριθούν μετά την εφαρμογή τους. Η απουσία καθορισμένων διαδικασιών δημιουργεί επίσης αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών. Για παράδειγμα, η πρακτική του να γυρίζονται πίσω μετανάστες έχει συγκριθεί με το “push-back” που είναι παράνομο βάσει του διεθνούς δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η Πολωνία και οι χώρες της Βαλτικής μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους μόνο βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των καθυστερημένων εγκρίσεων της ΕΕ, γεγονός που προκάλεσε καθυστερήσεις στην αποτελεσματική πρόληψη της εισόδου.

Κατά τη συζήτηση των πιθανών λύσεων στο πρόβλημα, επανέρχεται ο μακρύς διάλογος που αφορά τη στάθμιση μεταξύ της αλληλεγγύης εντός της ΕΕ και της ευθύνης των κρατών-μελών. Η Frontex είναι το καλύτερο παράδειγμα για το πώς μπορούν τα κράτη-μέλη να ενδυναμώσουν υπερεθνικούς θεσμούς και να μοιραστούν πόρους για την επίλυση κοινών προβλημάτων της Ένωσης.

Είναι βεβαίως ειρωνικό το γεγονός ότι το 2015 η Πολωνία αντιτάχθηκε στην πρόταση της Επιτροπής της ΕΕ να επεκταθούν οι αρμοδιότητες του φορέα ώστε να του αποδοθούν περισσότερες εξουσίες για την προστασία των συνόρων της ΕΕ. Στην τρέχουσα κατάσταση, οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία συνεργάστηκαν με τη Frontex και έλαβαν βοήθεια για την κατασκευή εγκαταστάσεων υποδοχής και την περιπολία των συνόρων. Μολονότι οι χώρες αυτές ακόμη βασίζονται έντονα σε εθνικές δυνάμεις προστασίας των συνόρων, η υποστήριξη από φορείς της ΕΕ ή από άλλα κράτη-μέλη υπήρξε καλοδεχούμενη. Αν αυτή η προσέγγιση τελειοποιηθεί, θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη προστασία των συνόρων της ΕΕ στο μέλλον, με την ανάπτυξη μιας επακριβούς εθνικής πολιτικής και την υποβοηθητική λειτουργία της Frontex.

Είναι πιθανό ότι μετά τη μεταρρύθμιση του Κοινού Συστήματος Ασύλου της ΕΕ, το οποίο βασίζεται έντονα στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών, οι χώρες θα αποδειχθούν προθυμότερες να μοιραστούν πόρους, να αποστέλλουν αξιωματούχους προστασίας συνόρων, και να παρέχουν πόρους σε άλλα κράτη-μέλη για την στέγαση μεταναστών. Άλλωστε, οι μετανάστες που εισέρχονται από την οδό της Ανατολικής Ευρώπης δεν σχεδιάζουν να μείνουν στην περιοχή για πολύ – ο τελικός τους προορισμός θα μπορούσε να είναι η Γερμανία ή η Σουηδία.

Τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μπορούσαν συνεπώς να κινητοποιηθούν για την στήριξη των προσπαθειών προστασίας των συνόρων ΕΕ-Λευκορωσίας. Ενώ η αλληλεγγύη ως προς τους πόρους είναι μια αποδεκτή πρόταση, η αλληλεγγύη ως προς την υποδοχή και την κατανομή των μεταναστών θα μπορούσε να εξελιχθεί σε διαφιλονικούμενο ζήτημα στο μέλλον. Αυτό θα γίνει ιδιαίτερα πιθανό αν οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία δεν μπορέσουν να οργανώσουν μια αποτελεσματική επιστροφή των παράνομων μεταναστών.

Συνολικά, αν κατά τα 26 προηγούμενα χρόνια της διακυβέρνησης Λουκασένκο, η Λευκορωσία και η ΕΕ διατήρησαν μια λειτουργική σχέση, όλα άλλαξαν όταν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης εξέφρασαν ηχηρά την υποστήριξή τους για ακτιβιστές της αντιπολίτευσης.

Η στρατηγική κίνηση του Λουκασένκο να εκμεταλλευτεί διαφιλονικούμενα ζητήματα μετανάστευσης αποκαλύπτει πολλά σφάλματα στην πολιτική προστασίας των συνόρων της ΕΕ. Η κρίση ανάγκασε χώρες που έβλεπαν με δυσπιστία τις υπερεθνικές προσπάθειες της ΕΕ για τον έλεγχο της μετανάστευσης να αποδεχθούν την στήριξη της Frontex και να ζητήσουν περισσότερη αλληλεγγύη από άλλα κράτη-μέλη. Συνεπώς, η αλληλεγγύη ως προς τους όρους, αλλά όχι ως προς την κατανομή των μεταναστών, θα μπορούσε να αποτελέσει μια αποτελεσματική λύση για μελλοντικές συνοριακές εντάσεις.

* Η Akvile Jaseviciute είναι βοηθός ερευνήτρια στο δίκτυο EPICENTER.

** Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 11 Νοεμβρίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου EPICENTER και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ – Μάρκος Δραγούμης.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ