Κυριακή 05.07.2026

Διαβήτης: Το λάθος που κάνετε και δεν ρυθμίζεται το σάκχαρο

Μια νέα μελέτη έρχεται να ρίξει φως στους παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα στους ασθενείς με διαβήτη.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο Diabetologia της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Μελέτης του Διαβήτη τα άτομα που κοιμούνται αργά και έχουν κακής ποιότητας ύπνο έχουν υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα και γενικότερα πτωχό έλεγχο του σακχάρου μετά από τα γεύματά τους.

Επιστημονική ομάδα του Κέντρου Διαβήτη του Πανεπιστημίου Λουντ στο Μάλμε με επικεφαλής την Neli Tsereteli υπό την επίβλεψη του καθηγητή Paul Franks μελέτησε αν οι νυχτερινές διακυμάνσεις του ύπνου, η επάρκεια ή η στιγμή που πέφτει ο πάσχων από διαβήτη για ύπνο επηρεάζουν τη μεταγευματική γλυκόζη μετά το πρωινό γεύμα.

Ως γνωστόν η διατροφή, η άσκηση και ο ύπνος είναι δομικά συστατικά ενός υγιεινού τρόπου ζωής. Ωστόσο, ο ρόλος του ύπνου στον τρόπο που το σώμα ρυθμίζει τη γλυκόζη του αίματος σε υγιή άτομα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.

Η ποιότητα του ύπνου έχει άμεση αιτιολογική συσχέτιση με πολλές παθήσεις, όπως η καρδιαγγειακή νόσος, η παχυσαρκία και διαβήτης τύπου 2. Και ο διαταραγμένος ύπνος που ενδεχομένως να είναι απόρροια της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας σχετίζεται τόσο με τον διαβήτη τύπου 2 όσο και με τον κίνδυνο επιπλοκών που σχετίζονται με τη νόσο. Αυτό το κλασσικό παράδειγμα αλλά και άλλα ανάλογα είναι μια απτή απόδειξη της άμεσης σχέσης της ποιότητας και διάρκειας του ύπνου και της ικανότητας του σώματος να ρυθμίζει σωστά τα επίπεδα της γλυκόζης.

Οι ερευνητές μελέτησαν τη σχέση ύπνου (διάρκεια και επάρκεια) και μεταγευματικής γλυκαιμικής ανταπόκρισης (η αλλαγή στη γλυκόζη του αίματος μετά από ένα γεύμα) μετά από πρωινό γεύμα (με ποικιλία μακροθρεπτικών συστατικών) σε μια ομάδα 953 υγιών ατόμων από το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Οι συμμετέχοντες είχαν λάβει μέρος στη μελέτη PREDICT1, τη μεγαλύτερη επιστημονική διατροφική μελέτη παγκοσμίως για 14 συνεχείς ημέρες. Η γλυκόζη μετρούνταν με ειδική συσκευή διαρκούς μέτρησης (λαμβάνονταν δείγματα ανά 15 λεπτά) ενώ ο ύπνος μέσω ειδικής συσκευής που φορούσαν στο χέρι οι συμμετέχοντες και κατέγραφε την κίνησή τους.

Από την επεξεργασία των στοιχείων δεν προέκυψε στατιστικά σημαντικός συσχετισμός μεταξύ της διάρκειας που είχε ο ύπνος και της μεταγευματικής γλυκαιμικής ανταπόκρισης, αλλά παρατηρήθηκε σημαντική αλληλεπίδραση όταν συνεκτιμήθηκε η διατροφική σύσταση του πρωινού γεύματος. Η μεγαλύτερη διάρκεια του ύπνου σχετιζόταν με χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης μετά την κατανάλωση πρωινού με πολλούς υδατάνθρακες και λιπαρά. Αυτό αποτελεί ένδειξη καλού ελέγχου του σακχάρου. Επίσης, οι ειδικοί παρατήρησαν ότι όταν το άτομο κοιμόνταν περισσότερο από το σύνηθες είχαν μειωμένο μεταγευματικό σάκχαρο την επόμενη ημέρα και αφότου είχε καταναλώσει ένα πρωινό με πολλά λιπαρά και υδατάνθρακες.

Ακόμα εντοπίστηκε συσχέτιση μεταξύ της επάρκειας του ύπνου (που αποτελεί και έμμεση ένδειξη για τυχόν διαταραχές ύπνου) και του γλυκαιμικού ελέγχου που δεν σχετιζόταν με την διατροφική σύσταση του πρωινού γεύματος της επόμενης ημέρας. Οι συμμετέχοντες που είχαν υψηλή επάρκεια ύπνου είχαν κατά μέσο όρο περισσότερες πιθανότητες να έχουν χαμηλό μεταγευματικό σάκχαρο συγκριτικά με εκείνους που είχαν μικρή επάρκεια ύπνου. Όταν ο εθελοντής κοιμόνταν περισσότερο από το φυσιολογικό έτεινε να έχει χαμηλότερο μεταγευματικό σάκχαρο.

Τέλος, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι και η χρονική στιγμή που έπεφτε κάποιος για ύπνο επηρέαζε τη μεταγευματική γλυκόζη. Συγκεκριμένα, εκείνοι που έπεφταν για ύπνο αργά είχαν χειρότερο γλυκαιμικό έλεγχο.

«Η διάρκεια και η επάρκεια του ύπνου παίζουν καθοριστικό ρόλο στη μεταγευματική γλυκόζη. Μια ακόμη μελέτη αναδεικνύει την αξία του ύπνου στην μεταβολική υγεία και την ανάγκη της εφαρμογής ολιστικών στρατηγικών στην πρόληψη και διαχείριση του διαβήτη», αναφέρεται στα συμπεράσματα της μελέτης.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.