Κυριακή 05.07.2026

Έρευνα: Τα εμβόλια mRNA παρέχουν μεγάλη διάρκεια προστασίας απέναντι στα «στελέχη ανησυχίας»

Μεγάλη διάρκεια προστασίας παρέχουν τα εμβόλια mRNA κατά του κορονοϊού, ακόμα και έναντι «νέων στελεχών ανησυχίας», όπως χαρακτηρίζονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας τα στελέχη του SARS-CoV-2 με υψηλό δυναμικό μετάδοσης (πχ μεταλλάξεις «Δέλτα» και «Όμικρον».

Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Γιάννης Ντάνασης, Πάνος Μαλανδράκης και Θάνος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ) ανέλυσαν τα ευρήματα πρόσφατης δημοσίευσης στο επιστημονικό περιοδικό «Science», όπου οι ερευνητές θέλησαν να μελετήσουν την ανοσολογική μνήμη μετά τον εμβολιασμό με mRNA έναντι του SARS-CoV-2 και συγκεκριμένα προσδιόρισαν τόσο την παρουσία αντισωμάτων έναντι αντιγόνων του ιού όσο και την ανοσία μνήμης Β- και Τ-λεμφοκυττάρων σε 61 άτομα που εμβολιάστηκαν για χρονικό διάστημα έως 6 μήνες μετά τον εμβολιασμό. 16 από τα 61 άτομα είχαν προηγουμένως νοσήσει από COVID-19.

Τι έδειξε η έρευνα

Ο εμβολιασμός οδήγησε σε υψηλές ανοσολογικές ανταποκρίσεις και μάλιστα τα αντισώματα έναντι της πρωτεΐνης ακίδας S (anti-spike), έναντι της περιοχής σύνδεσης του υποδοχέα (anti-RBD) και τα εξουδετερωτικά αντισώματα παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα στους 6 μήνες μετά τον εμβολιασμό, παρόλο που ο τίτλος των αντισωμάτων παρουσίασε πτώση με την πάροδο του χρόνου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εμβολιασμός οδήγησε σε παραγωγή Β-λεμφοκυττάρων μνήμης έναντι της περιοχής σύνδεσης του υποδοχέα (anti-RBD) που εμφάνιζαν διασταυρούμενη αντίδραση και με τις περιοχές σύνδεσης του υποδοχέα των στελεχών Αλφα, Βήτα και Δέλτα. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα Β-λεμφοκύτταρα μνήμης συνέχιζαν να αυξάνονται μεταξύ 3 και 6 μηνών από τον εμβολιασμό.

Σε σύγκριση με τη φυσική νόσο COVID-19, o εμβολιασμός με εμβόλια mRNA οδήγησε σε υψηλότερους τίτλους Β-λεμφοκυττάρων μνήμης με διασταυρούμενη αντίδραση με τα στελέχη ανησυχίας στους 6 μήνες. Επιπλέον, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα υψηλά επίπεδα CD4+ Τ-λεμφοκυττάρων μετά την πρώτη δόση του εμβολίου συσχετίστηκαν με υψηλά επίπεδα αντισωμάτων στους 6 μήνες από τον εμβολιασμό, το οποίο αναδεικνύει τη σημασία της Τ-κυτταρικής ανοσίας για τη Β-χυμική ανοσία και την παραγωγή και διατήρηση αντισωμάτων.

Επίσης, ο εμβολιασμός σε άτομα που είχαν νοσήσει προηγουμένως με COVID-19 οδήγησε σε εκσεσημασμένη αύξηση του τίτλου των κυκλοφορούντων αντισωμάτων, το οποίο οφείλεται στην παρουσία Β-λεμφοκυττάρων μνήμης. Ωστόσο, δεν παρατηρήθηκε μακροπρόθεσμη αύξηση στα Β- και Τ-λεμφοκύτταρα μνήμης μετά τον εμβολιασμό συγκριτικά με όσους δεν είχαν προηγουμένως νοσήσει με COVID-19.

Επιπλέον, δεν υπήρχε διαφορά ως προς τον ρυθμό πτώσης των αντισωμάτων μετά τον εμβολιασμό σε όσους είχαν προηγούμενο ιστορικό COVID-19 συγκριτικά με όσους δεν είχαν προηγουμένως νοσήσει με COVID-19.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, αυτό πιθανώς σημαίνει ότι το όφελος των αναμνηστικών δόσεων μπορεί να είναι μια ισχυρή αλλά παροδική αύξηση στον τίτλο των κυκλοφορούντων αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2.

Συμπερασματικά, η συγκεκριμένη μελέτη αναδεικνύει το ρόλο των Β- και Τ-λεμφοκυττάρων μνήμης που αποτελούν μια εμμένουσα μορφή ανοσολογικής μνήμης έναντι του SARS-CoV-2 μετά τον εμβολιασμό, ακόμα και όταν ο τίτλος των αντισωμάτων παρουσιάζει πτώση. Σε αυτή την παράμετρο μπορεί να οφείλεται η προστασία έναντι στη σοβαρή νόσο COVID-19 ακόμα και επί χαμηλών τίτλων αντισωμάτων έναντι του SARS-CoV-2 και παρά την ανάδυση νέων στελεχών ανησυχίας.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://www.liberal.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.