Τετάρτη 21.02.2024

Η ξυλεία ως επένδυση ανάπτυξης και απόδοσης

Πολλές επενδυτικές ιδέες προκύπτουν από τη μελέτη των Whitepapers μεγάλων και καινοτόμων επιχειρηματικών ομίλων ή από τα προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης των ομίλων αυτών και τα διεθνή βραβεία που τα συνοδεύουν.

Μέσα από αυτά τα βραβεία δίνεται κίνητρο να κατευθυνθεί η ακαδημαϊκή έρευνα προς εφαρμόσιμες και καινοτόμες λύσεις και δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι αυτοί οι διεθνείς διαγωνισμοί στην ουσία προσφέρουν το «μελάνι» ώστε να χαρτογραφηθούν οι επιστημονικές κατακτήσεις και επενδύσεις του αύριο.

Ένας από αυτούς τους διαγωνισμούς είναι και τα Aquila Capital Transformation Awards.

Πρόκειται για έναν διαγωνισμό εξαιρετικού ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι συγκεντρώνει έναν πραγματικά μεγάλο αριθμό συμμετοχών από ερευνητές σε όλο τον κόσμο.

(σ.σ: Για παράδειγμα το τρίτο βραβείο της χρονιάς δόθηκε σ’ έναν πρόσφατο πτυχιούχο διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και μεταδιδακτορικό ερευνητή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας για το ερευνητικό του έργο που επικεντρώνεται στην αφαλάτωση του νερού με οικονομικά αποδοτικό τρόπο χρησιμοποιώντας ένα πλωτό ηλιακό απόσταγμα και την παραγωγή πόσιμου νερού σε απομακρυσμένες περιοχές ή περιοχές που επλήγησαν από καταστροφές).

Παρακαλουθώντας κανείς διαγωνισμούς αυτού του τύπου μπορεί να δει πολλές από τις κατευθύνσεις του αύριο. Μια από αυτές είναι η αειφόρος δασοπονία όπως μεταφράζεται από τη σύγχρονη αποκατάσταση αλλά και την εμπορική εκμετάλλευση των δασών.

Το πρόσφατο Whitepaper της Aquila Capital για την ξυλεία ως αειφόρο και αποδοτική επένδυση δίνει εξαιρετική πληροφόρηση για αυτόν τον κλάδο, πληροφόρηση που δεν άπτεται μόνο του επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Η ξυλεία ως κλασική επενδυτική αξία

Η ξυλεία από τα αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα αποτελεί βασικό προϊόν ανάπτυξης και ευημερίας. Αυτό την καθιστά μια κλασική αξία στον κόσμο των επενδύσεων, κάτι που άλλωστε έχει αποτυπωθεί στα χρηματιστηριακά ταμπλό εδώ και δεκαετίες.

Λόγω της φύσης τους, οι επενδύσεις σε ξυλεία προσφέρουν σταθερές, μακροπρόθεσμες αποδόσεις προσαρμοσμένες στον κίνδυνο. Αν και, σε σχέση με τα υπόλοιπα εμπορεύματα, δεν είναι εύκολος ο υπολογισμός της απόδοσης του ξύλου, ο δείκτης NCREIF Timberland Index του Εθνικού Συμβουλίου Διαχείρισης και Επενδύσεων Ακινήτων –μετρά από το 1987 την απόδοση funds των οποίων το ενεργητικό περιλαμβάνει ξυλεία, καλλιεργήσιμη επιφάνεια για ξύλο, μισθώσεις και δικαιώματα κοπής ξυλείας– μπορεί να δώσει μια πρώτη ιδέα στους επενδυτές που δεν έχουν ασχοληθεί με τον κλάδο για τη διαχρονική πορεία του.

Επιπλέον, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι:

στορικά οι επενδύσεις στον κλάδο παρουσιάζουν χαμηλή συσχέτιση με άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων -στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ο S&P 500 υποχώρησε 38% ενώ ο NCREIF Timberland Index για παράδειγμα ενισχύθηκε 9,5%-και προστατεύονται από τον πληθωρισμό μέσω της απόκτησης της υποκείμενης ακίνητης περιουσίας.

-Ενώ οι τιμές των ακινήτων ξυλείας εξαρτώνται άμεσα από τις προβλεπόμενες ταμειακές ροές και τις αλλαγές στο προεξοφλητικό επιτόκιο της αγοράς, οι αποδόσεις δεν καθορίζονται μόνο από τις τιμές του ξύλου ως συνάρτηση της προσφοράς και της ζήτησης, αλλά και από τη βιολογική ανάπτυξη του δάσους.

Η βιολογική ανάπτυξη ως μοχλός απόδοσης, με τη σειρά της, είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.

-Οι επενδύσεις σε ξυλεία και διαχείρισης δασικών εκτάσεων διασφαλίζουν διαφοροποίηση και μειώνουν τον κίνδυνο για τους θεσμικούς επενδυτές σε επίπεδο χαρτοφυλακίου, δεδομένου ότι ένα από τα πλεονεκτήματα της ξυλείας είναι ότι δεν υπάρχει ανάγκη συγκομιδής σε περιόδους χαμηλότερης τιμής, επιτρέποντας έτσι στα δέντρα να συνεχίσουν να αναπτύσσονται σε όγκο και τιμή, διατηρώντας αλλά και αυξάνοντας πολλές φορές την κεφαλαιουχική αξία της επένδυσης.

-Αν δε πρόκειται για ένα διεθνές χαρτοφυλάκιο ξυλείας, εξασφαλίζεται μια επαρκής διαφοροποίηση του επενδυτικού κινδύνου και της απόδοσης, καθώς είναι δυνατόν να ελέγχεται η συγκομιδή και να επικεντρώνεται στις περιοχές με υψηλότερη τιμή ξυλείας ενώ ταυτόχρονα περιορίζεται στις περιοχές που οι τιμές είναι χαμηλότερες.

Παρά ταύτα, στην Ευρώπη συγκριτικά με άλλες κατηγορίες περουσιακών στοιχείων όπως για παράδειγμα είναι τα ακίνητα και οι υποδομές, έχει δοθεί σχετικά μικρή προσοχή στον κλάδο από τους θεσμικούς επενδυτές.

Κι όμως, το ξύλο ως μορφή επένδυσης θεωρείται χαμηλού ρίσκου σε σχέση με άλλα assets.

Βέβαια χαμηλό ρίσκο δεν σημαίνει και ανύπαρκτο.

Τα δύο ουσιαστικά ρίσκα του κλάδου είναι:

-οι πυρκαγιές,

-οι διακυμάνσεις της ζήτησης για νέες κατασκευές κατοικιών, δεδομένου ότι η ζήτηση κατασκευών για μαλακό ξύλο τύπου sawtimber αποτελεί περίπου το 65% της συνολικής ζήτησης του προϊόντος της ξυλείας, από την οποία τα 2/3 σχετίζονται με την κατασκευή νέων κατοικιών και το υπόλοιπο αφορά επισκευές και αναδιαμορφώσεις.

Η ζήτηση όμως για νέες κατοικίες πέρα από ένα ρίσκο σε βραχυ-μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, μακροπρόθεσμα όπως θα δούμε παρακάτω αποτελεί έναν από τους πιο αναπτυξιακούς παράγοντες του κλάδου.

Η ξυλεία ως επένδυση του μέλλοντος με στόχο την αειφορία και βιωσιμότητα

Ένα σύνολο τάσεων της εποχής μας, οδηγούν σε νομοτελειακή αύξηση των αναγκών μας για ξυλεία και εξελιγμένη δασοπονία κάτω από τις αρχές της αειφορίας.

Καταρχάς, ο ταχέως αυξανόμενος παγκόσμιος πληθυσμός απαιτεί πρόσθετες υποδομές, με αποτέλεσμα να αναμένεται αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ξύλου.

Τα Ηνωμένα Έθνη προβλέπουν ότι ο πληθυσμός αναμένεται να ξεπεράσει τα 9 δισεκατομμύρια εως το 2050. Εν ολίγοις, θα υπάρξει ανάγκη στέγασης για ένα δις περίπου ανθρώπους.

Η Διεθνής Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας, FAO- αποτελεί εξειδικευμένη διεύθυνση του ΟΗΕ- εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση για ξυλεία θα τριπλασιαστεί έως το 2050, λόγω της αύξησης των αστικών περιοχών, αλλά και της ανάγκης απαλλαγής από τον άνθρακα στον κατασκευαστικό τομέα, με αποτέλεσμα η ξυλεία να χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως υποκατάστατο σκυροδέματος και χάλυβα, όπου είναι φυσικά δυνατόν. 

Αν και η χρήση της ξυλείας λοιπόν στο παρελθόν περιοριζόταν στην κατασκευή πλαισίων και στα χαμηλά κτίρια κατοικιών, σήμερα, οι δυνατότητες είναι πολύ μεγαλύτερες, με πρόσφατες έρευνες να δείχνουν ότι έως και το 90% των νέων κατοικιών θα μπορούν να κατασκευαστούν από ξύλο, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον κλάδο των κατασκευών να αναστρέψει την ένταση εκπομπής ρύπων που τον χαρακτηρίζει.

Η προσφορά όμως ξυλείας είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανταποκριθεί στη μελλοντική ζήτηση, ακριβώς λόγω της φύσης του προϊόντος. 

Τα δέντρα φθάνουν σε ωριμότητα σε μια σειρά ηλικιών, ανάλογα με το είδος και την τοποθεσία.Για παράδειγμα, χρειάζονται 6-8 χρόνια για το ξυλοπολτό από ευκάλυπτο, 12–15 χρόνια για τα ταχέως αναπτυσσόμενα υβρίδια λεύκας, 30–50 χρόνια για τα ταχείας ανάπτυξης πεύκα και έλατα, και πάνω από 100 χρόνια ή ακόμα και περισσότερα για τα εύκρατα και τροπικά δάση που παράγουν ξύλο μεγάλων διαστάσεων.

Συμπέρασμα; Οι τιμές της ξυλείας νομοτελειακά θα αυξηθούν.

Η αξία των ιδιωτικών δασών και των εισαγωγών ξυλείας έχει ήδη άλλωστε ανέβει σχεδόν κάθετα, δεδομένου ότι:

-υπάρχουν σαφείς περιορισμοί στην κοπή δέντρων σε δημόσιες εκτάσεις,

– το μεγαλύτερο μέρος της καλλιέργειας δασών ανήκει σε ιδιώτες, για παράδειγμα στις ΗΠΑ το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 71%,

Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή και οι νέες ανάγκες για δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα και απανθρακοποίηση, ανανεώνουν και εξελίσσουν το ενδιαφέρον για τον κλάδο της δασοπονίας, μέσα από το πρίσμα της αειφορίας και της βιωσιμότητας, ήτοι της διαχείρισης, τη χρήσης, της προστασίας και της συντήρησης όλων των δασικών οικοσυστημάτων και δασών μέσω ενός προτύπου παραγωγής που θα στοχεύει στο καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα για τον Άνθρωπο και το φυσικό περιβάλλον, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.

Στην ουσία όταν μιλάμε για βιωσιμότητα, μιλάμε για ισορροπία μεταξύ παραγωγής αγαθών και πρώτης ύλης. Η προσφορά λοιπόν από κάθε άποψη θα πρέπει να είναι ελεγχόμενη.

Ταυτόχρονα, η εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής δεν αφήνει κανένα περιθώριο για καθυστερήσεις προς ένα αειφόρο προφίλ δασοπονίας.

Τον Απρίλιο του 2022 καταγράψαμε νέο ρεκόρ υψηλότερου ημερήσιου επιπέδου CO2. 

Με πολλές από τις τεχνικές λύσεις που διαθέτουμε σήμερα για τη δέσμευση του CO2 να εξακολουθούν να είναι αναποτελεσματικές από άποψη κόστους/οφέλους, τα δάση είναι σήμερα το μόνο μέσο για μεγάλης κλίμακας δέσμευση CO2 από την ατμόσφαιρα και, ως εκ τούτου, είναι ένα καθοριστικής σημασίας μέσο στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής.

Οι υπολογισμοί της IPCC – η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών- δείχνουν ότι η δάσωση ενός επιπλέον δισεκατομμυρίου εκταρίων θα μπορούσε να βοηθήσει στην επίτευξη του στόχου 1,5°C του Παρισιού. 

Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του Crowther Lab στο ETH Zurich,  με τις παρούσες κλιματικές συνθήκες, οι στεριές του πλανήτη μπορούν να υποστηρίξουν 4,4 δισεκατομμύρια εκτάρια συνεχούς δασοκάλυψης. Δηλαδή, επιπλέον 1,6 δισεκατομμύρια εκτάρια των ήδη υπαρχόντων 2,8 δισεκατομμυρίων εκταρίων.

Μόλις τα δάση αυτά φτάσουν σε επίπεδο «ωρίμανσης» θα μπορούν να δεσμεύσουν 205 δισεκατομμύρια τόνους διοξειδίου του άνθρακα, ποσότητα η οποία αντιστοιχεί στα 2/3 των 300 δισεκατομμυρίων που έχουν απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα του πλανήτη από την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης έως σήμερα.

Βλέπετε, τα δάση έχουν ανώτερη ισορροπία άνθρακα. Όχι μόνο τα δέντρα αποθηκεύουν αέρια του θερμοκηπίου αλλά παράγουν επίσης βιομάζα και οξυγόνο από το νερό, το CO2 και το ηλιακό φως.

Γιατί είναι σημαντική η αειφόρος διαχείριση των δασών

Μόνο ένα εκτάριο δάσους στην Κεντρική Ευρώπη δεσμεύει περίπου 12 τόνους CO2 ετησίως. Η ικανότητα αυτή του δάσους όμως εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως τα είδη δέντρων, η ωριμότητα, το μικροκλίμα της περιοχής , καθώς και η διαθεσιμότητα θρεπτικών ουσιών και νερού.

Η αειφόρος διαχείριση του δάσους μπορεί να αυξήσει τις ικανότητες δέσμευσης CO2 σε σύγκριση με τα μη διαχειριζόμενα δάση.

Για παράδειγμα, η διαχείριση των δασών συνεπάγεται τη συστηματική συγκομιδή ώριμων δέντρων, που τείνουν να δεσμεύουν λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα από μια ορισμένη ηλικία και μετά.

Αυτός είναι ο λόγος που αθροιστικά η εξαγωγή και η αποθήκευση άνθρακα είναι πολλές φορές υψηλότερη στα εμπορικά δάση από ό,τι στα πρωτογενή δάση.

Βέβαια αν και η αποθήκευση άνθρακα των πρωτογενών δασών περιορίζεται από την πεπερασμένη ανάπτυξη και αποσύνθεση, εντούτοις έχουν θεμελιώδη σημασία ως οικοσυστήματα και ως θεματοφύλακες της βιοποικιλότητας. Το ζητούμενο λοιπόν πρέπει να είναι και εδώ η ισορροπία μεταξύ των διαχειριζόμενων εμπορικών δασών και των πρωτογενών δασών.

Η διαχείριση δασών δίνει επίσης ευκαιρίες για ανάπτυξη Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, υπο προϋποθέσεις φυσικά. Η ανάπτυξη, για παράδειγμα, αιολικών πάρκων σε κατάλληλες δασικές περιοχές προσθέτει επίσης αξία σε ένα υπάρχον περιουσιακό στοιχείο.

Επιπλέον η πώληση μονάδων άνθρακα στην αγορά είναι ένα από τα πιο σημαντικά παραδείγματα για τη νομισματοποίηση των λειτουργιών του οικοσυστήματος που σχετίζονται με τα δάση, εξασφαλίζοντας πόρους για τη διαχείριση του δάσους και απόδοση για τους μετόχους.

Τέλος, εξασφαλίζεται ο σταθερός και επαρκής εφοδιασμός σε ένα υλικό που αναμένεται να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στη μείωση της έντασης ρύπων του κατασκευαστικού κλάδου.

Το 2010, τα φυτεμένα δάση καταλάμβαναν το 7% της παγκόσμιας δασικής έκτασης, και αύξησαν το 35% της παγκόσμιας παραγωγής στρογγυλής ξυλείας.

Η βιώσιμη διαχείριση των υφιστάμενων πόρων και η επέκτασή τους με την πάροδο του χρόνου θα συμβάλλει στη διατήρηση των φυσικών δασών και θα μας δώσει τη δυνατότητα να ανταποκριθούμε στη μελλοντικά αυξανόμενη ζήτηση.

Συμπερασματικά και σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω, η κλιματική αλλαγή καθιστά τις ζωτικές προστατευτικές λειτουργίες των δασών εξαιρετικά σημαντικές και την επένδυση στα δάση που συνδυάζει οικονομία και οικολογία εκπληρώνοντας τα ηθικά βιώσιμα πρότυπα, έναν σοβαρό μοχλό ανάπτυξης για κάθε χώρα, για κάθε πολίτη και για κάθε χαρτοφυλάκιο.

Οι επενδύσεις σε δάση με βιώσιμη διαχείριση και οι επενδύσεις σε ξυλεία μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην επίτευξη των ατομικών καθαρών μηδενικών στόχων του σκεφτόμενου επενδυτή.

Είναι δε εξαιρετικά σημαντικό ότι το προφίλ κινδύνου των δασικών επενδύσεων μπορεί να βελτιστοποιηθεί περαιτέρω μέσω χωρικής, χρονικής και ποιοτικής διαφοροποίησης των προϊόντων και των αγορών, γι’αυτό και θα πρέπει να αποτελεί ζητούμενο από τους επενδυτές.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά,συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ