Κυριακή 05.07.2026

Κορωνοϊός: Η απλή εξέταση που εντοπίζει γρήγορα τη σοβαρή νόσηση

Τα όχι και τόσο ευχάριστα ρινικά επιχρίσματα που χρησιμοποιούνται ευρέως για την ανίχνευση του κορωνοϊού ενδεχομένως να αντικατασταθούν με μια νέα υποσχόμενη, γρήγορη και ελάχιστα παρεμβατική μέθοδο σύμφωνα με νέα έρευνα

Κοντά στον εμπλουτισμό των μέσων ανίχνευσης του κορωνοϊού φαίνεται πως βρίσκονται οι ερευνητές, καθώς ερευνητές του Ιατρικού Κέντρου Wexner του Πανεπιστημίου του Οχάιο εξετάζουν ένα τεστ ανίχνευσης του κορωνοϊού μέσω της αναπνοής, με στόχο τον ταχύτερο έλεγχο των θετικών κρουσμάτων και ασθενών με κορωνοϊό.

Τα αποτελέσματα από την αρχική μελέτη σε ασθενείς, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό PLOS ONE, φαίνονται ιδιαίτερα υποσχόμενα, καθώς υπήρξε μεγάλη ακρίβεια στον εντοπισμό λοιμώξεων από την COVID-19 σε ασθενείς σε σοβαρή κατάσταση και σε αρκετά σύντομο χρονικό διάστημα, μόλις ορισμένων δευτερολέπτων.

Η συσκευή αυτή, η οποία μάλιστα αναπτύχθηκε από την ελληνικής καταγωγής Πελαγία-Ειρήνη Γκούμα, ερευνήτρια και καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστήμης και Μηχανικής Υλικών και στο Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροδιαστημικής Μηχανικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Οχάιο και από τον Milutin Stanaćević, αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Stony Brook, μπορεί να ανιχνεύσει συγκεκριμένους βιοδείκτες  κορωνοϊού στην αναπνοή μέσα σε 15 δευτερόλεπτα. Το «αποτύπωμα» της αναπνοής ενός ασθενούς που έχει μολυνθεί από τον κορωνοϊό είναι ιδιαιτέρως ξεχωριστό και προκύπτει από την αλληλεπίδραση του οξυγόνου, του μονοξειδίου του αζώτου και της αμμωνίας στο ανθρώπινο σώμα.

«Η συγκεκριμένη καινοτόμα τεχνολογία χρησιμοποιεί νανοαισθητήρες για τον εντοπισμό και τη μέτρηση συγκεκριμένων βιοδεικτών της αναπνοής» εξηγεί η δρ. Γκούμα. «Αυτή είναι και η πρώτη μελέτη που αναδεικνύει τη χρήση ενός συστήματος που βασίζεται στην αναπνοή με νανοαισθητήρα για την ανίχνευση μιας ιογενούς μόλυνσης από εκπνεόμενα αποτυπώματα αναπνοής».

Η μεθοδολογία της έρευνας

Οι ερευνητές της μελέτης εξέτασαν 46 ασθενείς νοσηλευόμενους στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας με οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια που απαιτούσαν μηχανική υποστήριξη. Οι μισοί από τους ασθενείς είχαν ενεργή λοίμωξη COVID-19 και οι υπόλοιποι μισοί δεν ήταν ασθενείς με κορωνοϊό. Παρόλα αυτά, όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε μοριακό τεστ κορωνοϊού (PCR) κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο.

Έπειτα, περισυνέλεξαν δείγματα αναπνοής των ασθενών σε διαφορετικές μέρες νοσηλείας: την πρώτη, την τρίτη, την έβδομη και τη δέκατη μέρα. Τα δείγματα ελέγχθηκαν μέσα σε 4 ώρες σε συνθήκες εργαστηρίου. Το αποτύπωμα της αναπνοής στους ασθενείς με κορωνοϊό ανιχνεύθηκε με 88% ακρίβεια κατά την εισαγωγή τους στη ΜΕΘ.

Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά καθώς όπως σημειώνει ο Dr. Matthew Exline, επικεφαλής ερευνητής, διευθυντής της μονάδας εντατικής θεραπείας στο Ιατρικό Κέντρο Wexner του Πανεπιστημίου του Οχάιο και καθηγητής εσωτερικής ιατρικής «τα μοριακά τεστ ανίχνευσης του κορωνοϊού αποτυγχάνουν να εντοπίσουν τις πρώιμες λοιμώξεις και τα αποτελέσματα μπορεί να είναι θετικά μετά την αρχική λοίμωξη. Αυτή η μη επεμβατική μέθοδος ανίχνευσης του κορωνοϊού μέσω της αναπνοής μας επιτρέπει να εντοπίζουμε τις αρχικές λοιμώξεις κορωνοϊού εντός 72 ωρών από την έναρξη της αναπνευστικής ανεπάρκειας, γεγονός που κάνει τους ελέγχους μας γρηγορότερους».

Η χρήση της συγκεκριμένης τεχνολογίας έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει την ταχύτητα ανίχνευσης της νόσου και σε ασυμπτωματικούς ασθενείς. Μελλοντικές μελέτες θα εξετάσουν τη χρήση αυτής της τεχνολογίας σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα της COVID-19 και θα διερευνήσουν εάν και άλλες ασθένειες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτήν.

Η ερευνητική ομάδα μάλιστα έχει υποβάλει αίτηση στον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) για άδεια χρήσης έκτακτης ανάγκης της τεχνολογίας.

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :

https://ygeiamou.gr/

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.