Σάββατο 13.08.2022

Κορωνοϊός: Συχνότερα τα προβλήματα μνήμης μετά από Covid-19 σε άτομα με συνεχιζόμενη ανοσμία

Οι άνθρωποι που συνεχίζουν να έχουν απώλεια όσφρησης μετά από λοίμωξη Covid-19 -άσχετα με τη σοβαρότητα της νόσου- είναι πιθανότερο να εμφανίζουν επίσης απώλεια μνήμης και άλλα γνωστικά προβλήματα, σε σχέση με όσους ποτέ δεν έχασαν την όσφρησή τους όταν αρρώστησαν από κορωνοϊό ή την ανέκτησαν γρήγορα. Αυτό συμπέρανε μια νέα επιστημονική έρευνα από την Αργεντινή, σύμφωνα με την οποία η επίμονη απώλεια της όσφρησης -παρά τη βαρύτητα της λοίμωξης- συνιστά καλύτερη ένδειξη για την πιθανότητα μακρόχρονων γνωστικών και ειδικότερα μνημονικών συμπτωμάτων μετά από Covid-19.

Ένα συχνό σύμπτωμα της μόλυνσης από κορονοϊό είναι η ξαφνική απώλεια όσφρησης. Προηγούμενες μελέτες έχουν συσχετίσει μια τέτοια απώλεια με προειδοποιητικά σημάδια για νόσο Αλτσχάιμερ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Covid-19 μπορεί επίσης να οδηγήσει σε χρόνια νευρολογικά προβλήματα όπως η απώλεια μνήμης και η δυσκολία συγκέντρωσης. Η νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι η απώλεια όσφρησης λόγω Covid-19 σχετίζεται με τέτοια επίμονα γνωστικά συμπτώματα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρ Γκαμπριέλα Γκονζάλεζ-Αλεμάν του Ποντιφικού Καθολικού Πανεπιστημίου της Αργεντινής στο Μπουένος Άιρες, οι οποίοι έκαναν τη σχετική ανακοίνωση σε διεθνές συνέδριο για το Αλτσχάιμερ στην Καλιφόρνια, ανέλυσαν στοιχεία για 766 ανθρώπους άνω των 60 ετών χωρίς ιστορικό γνωστικής εξασθένησης. Από αυτούς, το 90% είχαν διαγνωσθεί θετικοί στον κορωνοϊό με μοριακό τεστ και υποβλήθηκαν επίσης σε οσφρητικό τεστ, καθώς και σε γνωστικά τεστ τουλάχιστον τρεις μήνες μετά τη λοίμωξη Covid-19.

Διαπιστώθηκε ότι τα δύο τρίτα των ατόμων που είχαν περάσει Covid-19, εμφάνιζαν στη συνέχεια κάποιας μορφής εξασθένηση της μνήμης τους και για τους μισούς περίπου το πρόβλημα ήταν αρκετά σοβαρό για να επηρεάζει την καθημερινή ζωή τους. Οι άνθρωποι με πλήρη απώλεια όσφρησης (ανοσμία) τρεις μήνες μετά την λοίμωξη από κορωνοϊό είχαν περίπου μιάμιση φορά μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν προβλήματα μνήμης και άλλες γνωστικές διαταραχές, σε σχέση με όσους είτε δεν είχαν χάσει ποτέ την όσφρησή τους στη διάρκεια της Covid-19, είτε την είχαν ανακτήσει γρήγορα.

Τα νέα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι ο κορωνοϊός μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο μέσω μύτης, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

Δεδομένου όμως ότι τα περισσότερα εγκεφαλικά κύτταρα δεν διαθέτουν τον υποδοχέα ACE2 που ο κορωνοϊός συνήθως χρησιμοποιεί για να μολύνει τα κύτταρα, δεν είναι σαφές αν τα μνημονικά και άλλα γνωστικά συμπτώματα οφείλονται στην άμεση μόλυνση του εγκεφάλου από τον ιό. Πιθανώς ο κορωνοϊός αφού μολύνει τα κύτταρα της μύτης, προκαλώντας φλεγμονή και δυσλειτουργία στους οσφρητικούς νευρώνες και κατ’επέκταση απώλεια όσφρησης, στη συνέχεια μπορεί να διεισδύσει μέσω αυτών των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο, επιφέροντας και πρόσθετα γνωστικά-μνημονικά προβλήματα.

Σελίδα 2 από 2
Κορωνοϊός: Δύο συμπτώματα που επιμένουν σε 1 στους 20 – Ποιοι είναι πιο ευάλωτοι

Δύο συμπτώματα της μακράς COVID εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν περίπου 27 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως σύμφωνα με νεότερη μελέτη και δεν είναι άλλα από την ανοσμία και την αγευσία. Τα ευρήματα μάλιστα που δημοσιεύτηκαν στο BMJ υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες είναι πιο ευάλωτες από τους άντρες.

«Τα ευρήματά μας είναι πιθανό να έχουν ουσιαστική σημασία για τους γενικούς γιατρούς και τους ωτορινολαρυγγολόγους στη συμβουλευτική των ασθενών με διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης μετά τη λοίμωξη με COVID-19»επισημαίνουν οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Song Tar Toh, από το τμήμα ωτορινολαρυγγολογίας-χειρουργικής κεφαλής και τραχήλου στο Γενικό Νοσοκομείο της Σιγκαπούρης.

Οι αλλοιώσεις στην όσφρηση ή τη γεύση είναι συχνές στους ασθενείς που είχαν νοσήσει με κορωνοϊό, με τους μισούς, κατά μέσο όρο, να αναφέρουν αυτά τα συμπτώματα. Ενώ οι περισσότεροι από αυτούς αναμένεται να ανακτήσουν τις αισθήσεις αυτές μέσα στους πρώτους τρεις μήνες μετά από μια λοίμωξη, μια μεγάλη ομάδα ασθενών μπορεί να αναπτύξει μακροχρόνια δυσλειτουργίαπου απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, εξατομικευμένη θεραπεία και μακροχρόνια παρακολούθηση σύμφωνα με τους ερευνητές.

Για να εξακριβώσουν οι ερευνητές αυτές τις επίμονες αλλαγές, ανέλυσαν δεδομένα από 18 μελέτες παρατήρησης που αφορούσαν σχεδόν 3.700 ασθενείς. Η μαθηματική μοντελοποίηση οδήγησε στην εκτίμηση ότι η απώλεια της όσφρησης μπορεί να επιμείνει σε περίπου το 5,6% των ασθενών με COVID-19, ενώ το 4,4% ενδέχεται να μην ανακτήσει σύντομα την αίσθηση της γεύσης.

Ένα μήνα μετά την αρχική μόλυνση, μόνο το 74% των ασθενών είχε ανακτήσει την όσφρησή του και το 79% τη γεύση του, ενώ μετά από έξι μήνες, το 96% είχε ανακτήσει την όσφρηση και το 98% τη γεύση.

Τέλος, στις γυναίκες οι δύο αισθήσεις δεν είχαν επανέλθει σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με τους άντρες, σύμφωνα με τα ερευνητικά στοιχεία. Επιπλέον, τα άτομα που παρουσίασαν μεγαλύτερη σοβαρότητα απώλειας της όσφρησης – ή που υπέφεραν από ρινική συμφόρηση κατά τη διάρκεια της λοίμωξής τους – είχαν λιγότερες πιθανότητες να ανακτήσουν την αίσθηση της όσφρησης.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ