Κυριακή 05.07.2026

Κορωνοϊός: Τα αρχικά συμπτώματα της Covid-19 μπορεί να παρερμηνευθούν ως παρενέργειες του εμβολίου

Γι’ αυτό μερικοί εμβολιασμένοι πρέπει να κάνουν τεστ, προειδοποιούν Βρετανοί επιστήμονες

Τα πρώιμα συμπτώματα της Covid-19 δεν είναι πάντα εύκολο να διαχωριστούν από τις πιθανές παρενέργειες των εμβολίων κατά του κορωνοϊού, γι’ αυτό οι άνθρωποι που έχουν συμπτώματα τύπου Covid-19 μετά από εμβολιασμό, θα ήταν καλύτερα να μένουν στο σπίτι τους και να κάνουν τεστ, σύμφωνα με επιστήμονες στη Βρετανία.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Έμα Ντάνκαν του Βασιλικού Κολλεγίου (King’s) του Λονδίνου, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό eClinical Medicine, ανέλυσαν στοιχεία για 362.770 άτομα που είχαν εμβολιαστεί με AstraZeneca ή Pfizer/BioNTech και μετά είχαν αναφέρει – μέσω της κινητής εφαρμογής ZOE Covid Study App – τουλάχιστον ένα σύμπτωμα σχετιζόμενο με την Covid-19 μέσα στην πρώτη εβδομάδα μετά τον εμβολιασμό τους. Από αυτούς, οι 14.482 είχαν κάνει μοριακό ή γρήγορο τεστ και τελικά οι 150 είχαν διαγνωστεί θετικοί για κορωνοϊό (συνήθως χωρίς να έχουν χαρακτηριστικά συμπτώματα Covid-19 όπως επίμονο βήχα ή απώλεια όσφρησης/γεύσης αλλά μόνο πιό κοινά συμπτώματα όπως κόπωση, μυαλγία ή πονοκέφαλο).

Προκειμένου να διακρίνουν ανάμεσα σε όσους είχαν αρχικά συμπτώματα Covid-19 και όσους είχαν παρενέργειες του εμβολίου που έμοιαζαν με Covid-19, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, αλλά ούτε τα «έξυπνα» μοντέλα δεν μπορούσαν να διακρίνουν τη διαφορά. Σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν υπήρχε τελικά τρόπος – εκτός και αν γινόταν διαγνωστικό τεστ – να ξεχωρίσει ένας γιατρός αν συμπτώματα όπως ο πυρετός, ο πονοκέφαλος, η κόπωση, οι μυικοί πόνοι κ.α., οφείλονταν στο εμβόλιο ή σε λοίμωξη Covid-19 αρχικού σταδίου.

Οι επιστήμονες επεσήμαναν ότι καθώς αυξάνονται ξανά τα κρούσματα, λόγω και της νέας παραλλαγής Όμικρον, είναι σημαντικό να μην μπερδεύει κανείς τα συμπτώματα λόγω εμβολιασμού με εκείνα λόγω λοίμωξης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανοσιακή προστασία των εμβολίων χρειάζεται χρόνο για να αναπτυχθεί στον οργανισμό.

Όπως είπε η δρ Ντάνκαν, «ο εμβολιασμός παραμένει άκρως σημαντικός για την προστασία του εαυτού σας, της οικογένειάς σας και της κοινότητάς σας από την Covid-19. Όμως αν έχετε συμπτώματα μετά το εμβόλιο, δεν πρέπει να υποθέσετε ότι πρόκειται απλώς για παρενέργειες του εμβολιασμού, μολονότι ευτυχώς αυτό είναι το πιο πιθανό. Πρέπει να ελέγξετε, κάνοντας τεστ, για να βεβαιωθείτε ότι δεν έχετε αρχικά συμπτώματα Covid-19. Χρειάζεται χρόνος για να αναπτύξετε ανοσία μετά τον εμβολιασμό. Και αν στο μεταξύ έχετε μολυνθεί, είναι σημαντικό να το ξέρετε τόσο για το δικό σας καλό όσο και για το καλό των άλλων ανθρώπων, έτσι ώστε να διασφαλίσετε ότι δεν θα μεταδώσετε τον ιό ιδίως σε ευπαθή άτομα. Κάνοντας τεστ σε περίπτωση που έχετε συμπτώματα, ακόμη κι αν έχετε εμβολιαστεί, θα βοηθήσετε να σταματήσει η εξάπλωση της Covid-19».

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :
Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.