Στη χώρα μας βρίσκεται σε φάση ολοκλήρωσης ο προσεισμικός έλεγχος, με τα αποτελέσματα να δείχνουν ότι τα κτίρια είναι σε εξαιρετική κατάσταση.

Συγκεκριμένα ο προσεισμικός έλεγχος είναι σε φάση ολοκλήρωσης και αμέσως μετά τη σκυτάλη θα πάρουν 6.500 αθλητικά κέντρα σε διάφορες περιοχές – με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας να στοχεύει σε διάστημα έξι μηνών από την έναρξή τους να ολοκληρώσει ελέγχους σε 3.000 από αυτά.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Ελεύθερου Τύπου», έως σήμερα έχουν ελεγχθεί 22.703 κτίρια και ακόμη 526 ολοκλήρωσαν τη διαδικασία χωρίς ειδικό έλεγχο, λόγω άριστης κατάστασης ή προηγούμενων πρόσφατων ελέγχων.

Καμπανάκι

Σε «κόκκινο» επίπεδο, δηλαδή με ευρήματα πολύ σημαντικών φθορών και βλαβών που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης βρέθηκαν, τόσο από τον αρχικό έλεγχο όσο και από την αξιολόγηση των ευρημάτων από την αρμόδια επιστημονική ομάδα και μετέπειτα ειδικό επιτόπιο έλεγχο, μόνο 137 κτίρια, δηλαδή ποσοστό μόλις 0,006%. Ηδη, έχουν ενημερωθεί οι αρμόδιες υπηρεσίες για καθένα από αυτά.

Ακόμη 35 κτίρια είναι υπό αξιολόγηση από την επιστημονική επιτροπή σχετικά με τα ευρήματα που υπάρχουν, ενώ 178 κτίρια αρχικά κρίθηκαν 100% σε «κόκκινη» κατάσταση αλλά είτε είχαν λανθασμένα ευρήματα είτε ασαφή χαρακτηριστικά και εξετάζεται η κατάταξή τους, που θα είναι χαμηλότερου επιπέδου επικινδυνότητας. Στην περίπτωση που όλα τα ευρήματα  έχουν επιβεβαιωθεί ως σωστά στο «κόκκινο» επίπεδο, το ποσοστό κτιρίων με πολύ σημαντικά προβλήματα που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης θα ανέρχεται στο ποσοστό του 0,015% των ελέγχων.

Δεύτερη φάση

Οπως εξηγούν πηγές στον «Ελεύθερο Τύπο», «το προφανές συμπέρασμα είναι ότι η κατάσταση των κτιρίων μετά από πρωτοβάθμιο έλεγχο είναι πολύ ενθαρρυντική, καθώς πολύ μικρό ποσοστό παρουσιάζει κρίσιμη και ορατή επικινδυνότητα. Ωστόσο, ο δευτεροβάθμιος προσεισμικός έλεγχος πρέπει να προχωρήσει άμεσα τόσο σε αυτά όσο και σε κτίρια με μικρότερο επίπεδο αξιολόγησης».

Από κόσκινο

Ποια κτίρια, όμως, ελέγχθηκαν από τους σχεδόν 1.200 μηχανικούς του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας σε συνεννόηση με τον ΟΑΣΠ; Οσον αφορά τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, δηλαδή σχολεία, ΙΕΚ, ωδεία, το σύνολο που ελέγχθηκε είναι 14.512 κτίρια. Αντίστοιχα, ελέγχθηκαν 11 βιομηχανικά κτίρια, 1.214 δημόσιες υπηρεσίες (δημοτικές υπηρεσίες, κοινοτικά καταστήματα, λιμενικοί σταθμοί κ.ά.), 967 επιτελικές δημόσιες υπηρεσίες (Προεδρία Κυβερνήσεως, υπουργεία, δημαρχεία, περιφέρειες κ.ά.), 965 σημαντικές δημόσιες υπηρεσίες (ΔΟΥ, δημόσιοι οργανισμοί, πυροσβεστικοί σταθμοί, δικαστικά κτίρια κ.ά.), 33 εκκλησιαστικά ιδρύματα, 20 υπηρεσίες στάθμευσης αυτοκινήτων και λιμενικές εγκαταστάσεις, 3 επιμελητήρια, 22 εμπορικά – τραπεζικά καταστήματα, 11 κατοικίες, 1.135 υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας (γηροκομεία, ΚΑΠΗ, θεραπευτήρια κ.ά.), 3.071 νοσηλευτήρια (νοσοκομεία, κέντρα υγείας, κοινοτικά ιατρεία κ.ά.), 7 ξενοδοχεία, 469 κέντρα πολιτισμού – ψυχαγωγίας (βιβλιοθήκες, εκθεσιακά κέντρα, μουσεία, γυμναστήρια κ.ά.) και 263 άλλα κτίρια.

Ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος λειτουργεί ως ένας χάρτης της δημόσιας περιουσίας, ο οποίος βοηθά στην αποτύπωση της γενικής εικόνας. Το μεγάλο του πλεονέκτημα είναι ότι αντικαθιστά τις αποσπασματικές εκτιμήσεις με μία συστηματική και ολοκληρωμένη γνώση του κτιριακού αποθέματος.

Η διαδικασία και τα επόμενα βήματα

Μέσω του προσεισμικού ελέγχου, που είναι ο πρώτος που γίνεται ουσιαστικά στη χώρα, αρχικά οι μηχανικοί εντοπίζουν αν τα κτίρια παρουσιάζουν δομικά προβλήματα, όπως ρηγματώσεις σε φέροντα και μη φέροντα στοιχεία, εκτεθειμένος ή διαβρωμένος οπλισμός λόγω ελλιπούς συντήρησης, κακοτεχνίες, καθιζήσεις κ.λπ. και για τα οποία θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα.

Ακολούθως, καταγράφονται τα κτίρια της χώρας στα οποία στεγάζονται κρίσιμες εν γένει υποδομές του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και έπειτα βαθμονομούνται τα κτίρια αυτά ως προς τη σεισμική τους διακινδύνευση, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του ΟΑΣΠ, και ανάλογα με την κατάταξή τους ακολουθεί δευτεροβάθμιος προσεισμικός έλεγχος, εφόσον κριθεί απαραίτητο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα ο πρώτος αντισεισμικός κανονισμός θεσπίστηκε το 1959, αναθεωρήθηκε το 1984 και η ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών κωδίκων και των σύγχρονων κανόνων έγινε το 2000, με εφαρμογή από το 2001.