Τετάρτη 21.02.2024

Μύθοι και αλήθειες για το νερό

Η απρόσκοπτη και υψηλής ποιότητας παροχή πόσιμου νερού αλλά και η αποχέτευση και επεξεργασία λυμάτων είναι βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και αποτελούν στοιχειώδη υποχρέωση της πολιτείας για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Οι υπηρεσίες ύδατος, ούτε πρέπει ούτε μπορούν να ιδιωτικοποιηθούν.Πουθενά στο νόμο δεν προβλέπεται ούτε καν η δυνατότητα ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών ύδατος. Αντίθετα, ορίζεται ρητά ότι όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών ύδατος ανήκουν στο στενό ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ενώ στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι οι υπηρεσίες ύδατος αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους.

Σήμερα, στις υπηρεσίες ύδρευσης αποχέτευσης δραστηριοποιούνται 295 δημόσιοι πάροχοι και στην άρδευση 487 (με κάποιες επικαλύψεις), η εποπτεία των οποίων μοιράζεται σε έξη Υπουργεία (Εσωτερικών, Υποδομών και Μεταφορών, Υγείας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Αγροτικής Ανάπτυξης). Ταυτόχρονα συντονιστικό ρόλο ασκεί η Εθνική Επιτροπή Υδάτων η οποία, από τη στιγμή της συστάσεώς της το 2003 συγκαλείται με συχνότητα μικρότερη της μιας φοράς ετησίως.

Ο νέος νόμος συστήνει μια νέα ανεξάρτητη αρχή, κατ’ αναλογία αντίστοιχων ρυθμίσεων που υπάρχουν σε άλλες χώρες της ΕΕ όπως η Ιρλανδία, η Μάλτα και η Ιταλία (https://www.wareg.org/documents/water-regulatory-governance-in-europe/), στην οποία ανατίθεται η εποπτεία και ο έλεγχος κυρίως της εφαρμογής της τιμολογιακής πολιτικής των παρόχων υπηρεσιών ύδατος (με έμφαση στους παρόχους ύδρευσης και αποχέτευσης, όπως η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ, οι ΔΕΥΑ κ.λπ.), αρμοδιότητες που έως σήμερα ανήκαν στο ΥΠΕΝ.

Η πολιτική κοστολόγησης και τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος θεσπίστηκε για πρώτη φορά μόλις το 2017 υπό την πίεση των «θεσμών», παρότι αποτελούσε ουσιαστική υποχρέωση από την ενωσιακή νομοθεσία. Όμως, παρέμεινε ημιτελής αφού δεν θεσπίστηκε μηχανισμός ουσιαστικού ελέγχου της εφαρμογής της ούτε προβλέφθηκαν κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Η παρακολούθηση των παρόχων γίνεται μέσα από ειδικό πληροφοριακό σύστημα. Όμως, λιγότεροι από τους μισούς υποβάλουν συστηματικά στοιχεία και η ορθότητά τους δεν ελέγχεται. Σε κάθε περίπτωση, δεν γνωρίζουμε αν όλοι οι πάροχοι παρακολουθούν συστηματικά την ποιότητα του πόσιμου νερού (πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι η γενική εικόνα της ποιότητας του πόσιμου νερού στην Ελλάδα είναι πολύ καλή, αλλά όχι παντού) σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και γνωρίζουμε ότι αρκετοί δεν μετρούν τις απώλειες νερού. Με βάση τις δηλώσεις των παρόχων (όσων δηλώνουν) οι απώλειες στο δίκτυο κυμαίνονται από 9,5% έως 62%. Χωρίς συστηματική αποτύπωση της κατάστασης του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης δεν μπορούν να προτεραιοποιηθούν τα απαιτούμενα έργα.

Επίσης, δεν εφαρμόζουν με ενιαίο τρόπο τους κανόνες κοστολόγησης και τιμολόγησής με αποτέλεσμα τις μεγάλες διαφορές στο ποσοστό ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης (από 21% έως 209%). Επομένως, άλλοι πολίτες πληρώνουν περισσότερο από όσο τους αναλογεί και άλλοι λιγότερο. Και προφανώς, όταν υπάρχει μικρότερη χρέωση, τη διαφορά τελικά καλείται να την πληρώσει ο πολίτης μέσω της φορολογίας.

Τα προβλήματα αυτά, πολύ συχνά, οφείλονται σε λόγους ιστορικούς (π.χ. απορρόφηση πολλών χωριών χωρίς υποδομές από έως τότε υγιείς ΔΕΥΑ λόγω των συνενώσεων των Δήμων), γεωγραφικούς (πολλά μικρά νησιά) ή σε οριζόντιες δυσλειτουργίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (π.χ. δυσκολίες προσλήψεων).

Τα προβλήματα αυτά όμως υπάρχουν και οφείλουμε να προσπαθήσουμε να τα λύσουμε ανεξαρτήτως πρόσκαιρου πολιτικού κόστους. Και να κριθούμε από το αποτέλεσμα.

Με το νέο νόμο εκσυγχρονίζεται το πλαίσιο διακυβέρνησης. Για πρώτη φορά θεσπίζεται εθνική στρατηγική για τα ύδατα, καθώς και υποχρέωση για τους παρόχους ύδρευσης & αποχέτευσης σύνταξης πενταετούς masterplan (που συνοδεύεται από επενδυτικό πλάνο) και ετήσιας έκθεσης προγραμματισμού. Αυξάνουμε τη λογοδοσία και την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών ύδατος, ενισχύουμε τη διαφάνεια της υδατικής πολιτική, θωρακίζουμε τον έλεγχο του κράτους επί των υπηρεσιών ύδατος με σκοπό την προστασία της υγείας των πολιτών και την προστασία του περιβάλλοντος και αναβαθμίζουμε τη θέση των καταναλωτών μέσω της θέσπισης μηχανισμού συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων, καθώς και μέσω του ελέγχου των αναπτυξιακών-επενδυτικών και τιμολογιακών πολιτικών. Ταυτόχρονα, διασφαλίζουμε την ορθολογική χρήση των οικονομικών πόρων και συγκρατούμε το κόστος για τον πολίτη, σύμφωνα με τους κανόνες που θέτει η πολιτεία.

Στόχος μας είναι οι πολίτες να απολαμβάνουν καλύτερες υπηρεσίες σε χαμηλότερες τιμές.

Για το σκοπό αυτό το σύνολο των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής κοστολόγησης και τιμολόγησης, παραμένει στη Γενική Γραμματεία Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του ΥΠΕΝ σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία, σε αντίθεση με τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας η οποία έχει σημαντικές ρυθμιστικές αρμοδιότητες στον κλάδο της ενέργειας.

Πολύ συζήτηση έχει γίνει πάνω στην επιλογή της ΡΑΕ ως οχήματος για τη δημιουργία της νέας ανεξάρτητης αρχής. Στην πραγματικότητα η ΡΑΕ χρησιμοποιείται ως «κέλυφος» με σκοπό την επιτάχυνσή της ουσιαστικής στελέχωσης και λειτουργίας της νέας αρχής μέσω της αξιοποίησης των διοικητικών και υποστηρικτικών δομών της ΡΑΕ. Επιπλέον, η ΡΑΕ έχει εμπειρία στην άσκηση ρυθμιστικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων σε φυσικά μονοπώλια (δίκτυο Φ/Α και ηλεκτρικά δίκτυα), κατ’ αντιστοιχία με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.

Αναμφισβήτητα ο νέος νόμος δεν είναι πανάκεια. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις και δεν υποτιμούμε τη δυσκολία του εγχειρήματος. Είναι όμως μια αναγκαία αρχή. Η επιτυχία του θα κριθεί από την ικανότητά μας να ολοκληρώσουμε τη μεταρρύθμιση υλοποιώντας και τα υπόλοιπα βήματα που απαιτούνται. Εντός του Απριλίου, θα πρέπει να θεσπισθούν α) εκ νέου οι κανόνες κοστολόγησης – τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος μετά την ακύρωση της υφιστάμενης ΚΥΑ του 2017 από το ΣτΕ και β) τα κριτήρια αξιολόγησης της διαχειριστικής ικανότητας των παρόχων υπηρεσιών ύδατος για την πιστοποίηση της επάρκειάς τους ως προς το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο παρεχόμενων υπηρεσιών. Παράλληλα, πρέπει να σταθούμε στο πλευρό των παρόχων υπηρεσιών ύδατος βοηθώντας τους να αντιμετωπίσουν τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Για το σκοπό αυτό, σε συνεργασία με τα καθύλην αρμόδια Υπουργεία, θα πρέπει να διερευνήσουμε τρόπους διευκόλυνσης της στελέχωσης των ΔΕΥΑ (ιδίως για όσες επιτυγχάνουν πλήρη ανάκτηση κόστους) και ενθάρρυνσης των μεταξύ τους συνεργασιών.

Τέλος, θα πρέπει να οριστεί το ταχύτερο δυνατό η διοίκηση της νέας αρχής (πιθανότατη κάποια καθυστέρηση λόγω της μεσολάβησης των εκλογών) και, κυρίως, να ληφθεί ειδική μέριμνα για τη γρήγορη και επαρκούς στελέχωσής της έτσι ώστε, ως το τέλος του έτους, να είναι πλήρως λειτουργική.

*Ο Πέτρος Βαρελίδης, Γενικός Γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων ΥΠΕΝ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ