Παρασκευή 21.06.2024

Οι ευρωεκλογές δεν θα σώσουν την Ευρώπη

Οσο εμείς διαλέγουμε αν θα ψηφίσουμε στις ευρωεκλογές Μητσοτάκη, Ανδρουλάκη ή Κασσελάκη, με αποκλειστικό κριτήριο τη συμπάθεια ή την αντιπάθειά μας για κάθε πολιτικό αρχηγό, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά στον φόβο της ραγδαίας ανόδου των ακροδεξιών κομμάτων της Μελόνι και της Λεπέν

Το διακύβευμα των ευρωεκλογών τελικά καταλήγει στο ποιοι συνασπισμοί κομμάτων είναι ισχυρότεροι, δηλαδή αν θα επικρατήσει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (της Κεντροδεξιάς) ή οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές (της Κεντροαριστεράς) ή οι πιο ακραίοι συνασπισμοί κομμάτων.

Αυτά τα κόμματα υποτίθεται ότι επηρεάζουν την ευρωπαϊκή πολιτική, αν και η αλήθεια είναι ότι οι ισχυρές εθνικές αντιπροσωπείες λειτουργούν και εκτός της κομματικής γραμμής. Για παράδειγμα, ο Γερμανός Σολτς ανήκει στο κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, το οποίο εναντιώνεται στις πολιτικές λιτότητας, αλλά ως Γερμανός υπερασπίζεται και προωθεί τις σκληρές πολιτικές λιτότητας στην Ευρώπη. Και ο κεντροδεξιός Μακρόν υπερασπίζεται τις πιο χαλαρές δημοσιονομικές πολιτικές που υποστηρίζουν οι Ευρωσοσιαλιστές αλλά συμφέρουν τη Γαλλία. Το ίδιο και ο Μητσοτάκης, ο οποίος ανήκει μεν στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, αλλά προωθεί τις συμφέρουσες στην Ελλάδα θέσεις για πιο χαλαρή οικονομική πολιτική στην Ευρώπη.

Τελικά, λοιπόν, ενώ θεωρητικά όταν ψηφίζουμε στις ευρωεκλογές θα έπρεπε να λαμβάνουμε υπόψη την ιδεολογία και τις θέσεις των μεγάλων κομμάτων της Ευρωβουλής, στην πράξη οι εκπρόσωποι των χωρών ψηφίζουν με το συμφέρον της χώρας τους σε κάθε περίπτωση και όχι με τις θέσεις του συνασπισμού κομμάτων στον οποίο ανήκουν. Λογικό.

Είναι φανερό, λοιπόν, πως η ευρωπαϊκή συνοχή δεν υπάρχει ούτε καν σε επίπεδο συνασπισμών ευρωπαϊκών κομμάτων. Και αυτή τη στιγμή η ευρωπαϊκή συνοχή είναι το μεγάλο ζητούμενο υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Η τάση, δυστυχώς, μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες είναι μάλλον φυγόκεντρη. Τα ακροδεξιά κόμματα, που ενισχύουν τις θέσεις τους στα εκλογικά σώματα των χωρών τους, δεν προωθούν την ευρωπαϊκή συνοχή, αντίθετα έχουν γνώμονα μόνο τις εθνικές ατζέντες, υπό εθνικιστικό πρίσμα. Οχι μόνο δεν προωθούν, αλλά ούτε καν ασπάζονται τις ευρωπαϊκές αρχές και τα ευρωπαϊκά οράματα της ισότητας, της Δικαιοσύνης, της κοινής πορείας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Δημοκρατίας.

Με την προβλεπόμενη από τους δημοσκόπους αύξηση της δύναμής τους, τα κόμματα αυτά θα λειτουργήσουν αρνητικά για το ευρωπαϊκό μέλλον και στην ίδια κατεύθυνση θα λειτουργήσει και ο Τραμπ, αν εκλεγεί στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο.

Με λίγα λόγια, η Ευρώπη, η οποία ήδη αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα και είναι η πιο ανίσχυρη από τις λεγόμενες μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, θα γίνει ακόμη πιο ανίσχυρη μετά τις ευρωεκλογές. Οι φυγόκεντρες τάσεις θα επικρατήσουν και η ευρωπαϊκή συνοχή θα περιοριστεί, σε μια στιγμή που η Ευρώπη θα πρέπει να πάρει άμεσα πολύ κρίσιμες αποφάσεις.

Αποφάσεις που σχετίζονται με την ενίσχυση της στρατιωτικής της δύναμης και τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού, αποφάσεις που σχετίζονται με μια πιο αναπτυξιακή οικονομική πολιτική αντί των πολιτικών λιτότητας που ακολουθούνται επί δεκαετίες, αποφάσεις που σχετίζονται με το Μεταναστευτικό αλλά και με τη μετάβαση στην πράσινη ανάπτυξη, η οποία ναι μεν ως στόχος είναι οραματικός, αλλά επιβαρύνει αφόρητα με κόστος τους Ευρωπαίους πολίτες και τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι με την αποδυνάμωση των μεγάλων πολιτικών συνασπισμών της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς θα μπορέσει η Ευρώπη να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις.

Υπό αυτές τις συνθήκες στην Ευρώπη, μοιάζει εντελώς αδιάφορο το ποιος Ελληνας θα εκλεγεί ευρωβουλευτής, αν θα είναι τραγουδιστής ή τηλεπερσόνα, αν θα είναι επιστήμονας, ακαδημαϊκός ή πολιτικός. Η επιλογή των υποψηφίων που περιλαμβάνουν τα κόμματα στα ψηφοδέλτιά τους γίνεται ασφαλώς με μοναδικό κριτήριο αν αυτοί μπορούν να τραβήξουν ψήφους στο κόμμα λόγω της δημοφιλίας τους. Εκεί εξαντλείται η χρησιμότητα των περισσότερων από αυτούς που εκλέγονται σε όλα τα κόμματα με βάση τη δημοφιλία

Και δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε αυτό το χάλι, όταν δει κανείς ποιοι και με ποια κριτήρια εκλέγονται – και ποιοι αντίστοιχα δεν εκλέγονται.

Και ενώ μοιάζει σαν να μην έχει σημασία τίποτα, τελικά το γεγονός ότι εμείς διαλέγουμε όπως διαλέγουμε και κόμμα και βουλευτές και ευρωβουλευτές έχει τη σημασία του, όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα, δηλαδή από τα πολύ μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και ως χώρα, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τη θέση αδυναμίας στην οποία έχει βρεθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

9:30 πμ

Για να σας απαλλάξω από την αγωνία, έτσι αποκαλεί τον Αλέξη Τσίπρα στενός πολιτικός του πρώην φίλος σε άρθρο του σε μεγάλο συριζαϊκό site. Του προσάπτει πολλά, αλλά οι μομφές δεν αφορούν μόνον το απώτερο παρελθόν, αλλά και το πολύ πρόσφατο. Τότε, που λίγες ώρες πριν από το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποπειράθηκε, με μια ομολογουμένως άστοχη παρέμβαση του, να ανατρέψει πραξικοπηματικά τον Στέφανο Κασσελάκη, που είχε εκλεγεί με μεγάλη πλειοψηφία στην ηγεσία του κόμματος. Και σαν να μην έφτανε αυτό, προχθές στη γενέθλια εκδήλωση του ιδρύματός του δεν κάλεσε μόνον τον αρχηγό των «αποστατών» Αλέξη Χαρίτση, αλλά όλους τους βουλευτές της Νέας Αριστεράς, επιβραβεύοντας -πάντα κατά τον αρθρογράφο- την αποστασία τους και την υπεξαίρεση των εδρών του ΣΥΡΙΖΑ. Έγραφα τις προάλλες πως η επιχειρούμενη συγκρότηση του ενιαίου φορέα της Κεντροαριστεράς δεν είναι εύκολη υπόθεση. Τα προβλήματα είναι πολλά και δεν προέρχονται μόνον από το ΠΑΣΟΚ. Προέρχονται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς βλέπουν πως πίσω από αυτόν τον φορέα κρύβονται σχεδιασμοί που αποβλέπουν σε πρώτη φάση στην περιθωριοποίηση του Στέφανου Κασσελάκη και σε δεύτερη φάση στην εκπαραθύρωσή του. Δηλαδή, ό,τι δεν πέτυχε ο Α. Τσίπρας με την παρέμβασή του λίγες ώρες πριν από το Συνέδριο του Φεβρουαρίου, να το πετύχει τώρα μέσα από άλλο μονοπάτι. Η επίθεση που δέχθηκε ο Α. Τσίπρας είναι ενδεικτική ενός κλίματος που υπάρχει στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ προς το πρόσωπό του. Στην Αριστερά σχεδόν πάντα μετά από μια μεγάλη ήττα βγαίνουν τα μαχαίρια και έρχονται στην επιφάνεια αντιπαλότητες προηγούμενων ετών. Ενώ η Νέα Δημοκρατία διαχειρίστηκε όλες τις μεγάλες ήττες της με ψυχραιμία, κάτι που συνέβαλε στην ανάκαμψή της, η Αριστερά τις βίωσε τραυματικά, χωρίς να αναζητήσει τις ιδεολογικές και πολιτικές αιτίες για αυτές τις ήττες (βλ. 1977, 1993, 2019, 2023). Σήμερα, με την προοπτική δημιουργίας ενός κοινού φορέα της Κεντροαριστεράς βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ακόμα διάσπασης. Τον Κασσελάκη πολύ δύσκολα θα τον «φάνε». Ο οποίος προφανώς αισθάνεται πανίσχυρος -έπεσε έξω μόνον τρεις μονάδες από τον εκλογικό του στόχο- και εκτός από τον Θεοχαρόπουλο απέλυσε από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Γιώργο Τσίπρα. Αυτά να τα βλέπουν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που επιζητούν να απομακρύνουν τον Νίκο Ανδρουλάκη που πέτυχε το κόμμα του να παρουσιάσει στις ευρωεκλογές μια μικρή άνοδο, πάντως άνοδο και όχι πτώση. Τώρα, γιατί τον αποκαλεί ο πρώην φίλος του «Μπρέζνιεφ του ΣΥΡΙΖΑ;». Σας παραθέτω τα λόγια του αρθρογράφου. «Ένας ολόκληρος λαός του είπε: εσένα θέλουμε, το κόμμα σου δε θέλουμε να το βλέπουμε, σε κάναμε κυβέρνηση με 36%, σου δίνουμε 32% στην ήττα σου, σε περιμένουμε πάλι, αλλά άλλαξέ τα όλα. Κι εκείνος δεν άλλαξε τίποτα! Ένας ακίνητος πρόεδρος επί τέσσερα χρόνια, ο Μπρέζνιεφ του ΣΥΡΙΖΑ». Βρήκα πολύ επιτυχημένο τον χαρακτηρισμό, που μάλλον δε θα άρεσε σε όσους εξακολουθούν να ποντάρουν -για τους δικούς τους λόγους- σε ένα κουτσό άλογο. Τα γραμμάτια ξεπληρώνονται, αλλά στην προκειμένη περίπτωση πεταμένα λεφτά.