Σάββατο 02.03.2024

Οι φιλοδοξίες των Μολδαβίας, Γεωργίας, Ουκρανίας για ένταξη στην ΕΕ

Στις 28 Φεβρουαρίου, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Ζελένσκι, ο πρωθυπουργός Ντένις Σμύγκαλ και ο πρόεδρος της Βουλής Ρουσλάν Στεφαντσουκ, υπέγραψαν μια αίτηση για την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και ζήτησαν “την άμεση ένταξη μέσω μιας νέας ειδικής διαδικασίας”. Το αίτημα τους επαναλήφθηκε την επόμενη ημέρα όταν ο πρόεδρος Ζελένσκι μίλησε μέσω βίντεο-κλήσης στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε το αίτημα σε ψήφισμα την 1η Μαρτίου σχετικά με τη ρωσική επιθετικότητα κατά της Ουκρανίας, καλώντας τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να εργαστούν για τη χορήγηση καθεστώτος υποψήφιας χώρας στην Ουκρανία, σύμφωνα με το άρθρο 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στο μεταξύ, να συνεχίσει να εργάζεται προς την ένταξή της στην ενιαία αγορά της ΕΕ, σύμφωνα με τις γραμμές της Συμφωνίας Σύνδεσης”. Ο πρόεδρος της Κομισιόν επίσης απάντησε θετικά στις φιλοδοξίες της Ουκρανίας, δηλώνοντας ότι “είναι ένας από εμάς και τους θέλουμε μέσα (στην ΕΕ)”.

Μετά την αίτηση της Ουκρανίας, δύο άλλες χώρες της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (ΕaP) -Γεωργία και Μολδαβία- ανακοίνωσαν τις αιτήσεις τους για ένταξη στην ΕΕ.

Αυτές οι τρεις αιτήσεις δεν θα πρέπει να εκπλήσσουν κανέναν. Και οι τρεις χώρες δήλωσαν το γεωστρατηγικό τους ενδιαφέρον για ένταξη στην ΕΕ ήδη στις αρχές ή στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Και οι τρεις έχουν πέσει θύματα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Ρωσίας του Πούτιν λόγω εισβολής του ρωσικού στρατού (Γεωργία το 2008, Ουκρανία 2014-2015 και τώρα) ή/και χάνοντας τον έλεγχο τμημάτων των εδαφών τους (Υπερδνειστερία στη Μολδαβία, Αμπχαζία και Νότια Οσσετία στη Γεωργία, Κριμαία και το ένα τρίτο του Ντονμπάς στην Ουκρανία, συν εδάφη που κατέχονται στον τρέχοντα πόλεμο). Θέλουν να εδραιώσουν την ανεξαρτησία τους και την ευκαιρία για ειρηνική ανάπτυξη στις ευρωατλαντικές συμμαχίες ασφάλειας και στο σύστημα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αναζητούν επίσης εξωτερικά κίνητρα για τις εσωτερικές οικονομικές, πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Οι προηγούμενοι κύκλοι διεύρυνσης της ΕΕ από τη δεκαετία του 1980, απέδειξαν ότι η διαδικασία ένταξης μπορεί να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο αποτελεσματικά.

Και οι τρεις χώρες έχουν Συμφωνίες Σύνδεσης με την ΕΕ (που υπογράφηκαν το 2014), συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη DCFTA, και έχουν προχωρήσει στην εφαρμογή τους. Οι πολίτες των χωρών μπορούν να ταξιδεύουν χωρίς βίζα στην ΕΕ (οι πολίτες της Μολδαβίας από το 2016, της Γεωργίας και της Ουκρανίας από το 2017).

Πώς θα πρέπει να αντιδράσουν οι χώρες της ΕΕ σε αυτές τις αιτήσεις; Η απόφαση για τη χορήγηση του καθεστώτος υποψήφιας χώρας στην ΕΕ και την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων απαιτεί ομοφωνία. Δεν είναι μυστικό ότι, για διάφορους οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, η πολιτική διάθεση για περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ έχει μειωθεί από την ένταξη της Κροατία το 2013. Αυτό φαίνεται στον αργό ρυθμό στη διαδικασία ένταξης των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Και οι τρεις νέες υποψήφιες χώρες έχουν επίπεδο κατά κεφαλήν εισοδήματος, πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ. Πλήττονται από ανώριμους θεσμούς, κακό επιχειρηματικό κλίμα, διαφθορά (εκτός από τη Γεωργία) και ανεπίλυτα εδαφικά προβλήματα. Αυτές οι συνθήκες μπορεί να αποθαρρύνουν κάποια κράτη-μέλη της ΕΕ, ιδιαίτερα εκείνα που βρίσκονται πιο μακριά από την Ανατολική Ευρώπη, από το να ανταποκριθούν θετικά. Τις επιφυλάξεις αυτές επισήμανε ο πρόεδρος του ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, ο οποίος μίλησε για “διαφορετικές απόψεις και ευαισθησίες” μεταξύ των χωρών της ΕΕ σε σχέση με την αίτηση της Ουκρανίας.

Ωστόσο, η έλλειψη θετικής απάντησης ή η εκ των προτέρων απόρριψη των αιτήσεων ένταξης, θα ήταν στρατηγικό λάθος στην τρέχουσα κρίσιμη καμπή της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Πρώτον, θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΤΕΕ), το οποίο αναφέρει ότι “όποιο ευρωπαϊκό κράτος που σέβεται τις αξίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και είναι δεσμευμένο να τις προωθήσει, μπορεί να αιτηθεί να γίνει μέλος της Ένωσης”.

Δεύτερον, θα σήμαινε ότι η ΕΕ θα παραιτηθεί από τους στόχους της για τη δημιουργία μιας περιοχής σταθερότητας και ευημερίας στην άμεση γειτονιά της.

Τρίτον, θα αποθαρρύνει τους αιτούντες από το να μεταρρυθμίσουν τα κράτη και τις οικονομίες τους. Και για την Ουκρανία τώρα, θα υπονόμευε το ηθικό και την αποφασιστικότητα των ηγετών της, του στρατού και ολόκληρης της κοινωνίας να αντισταθούν στην επιθετικότητα.

Τέταρτο, θα αγνοούσε τους υφιστάμενους ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς μεταξύ των τριών χωρών της EaP και της ΕΕ. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός τους εταίρος. Το 2020, αντιστοιχούσε στο 52,3% του συνολικού εμπορίου της Μολδαβίας, στο 39.2% για την Ουκρανία και στο 22,4% για τη Γεωργία. Ο επαναπροσανατολισμός του εμπορίου προς την ΕΕ βοήθησε αυτές τις χώρες, ιδιαίτερα την Ουκρανία μετά το 2014, να εξουδετερώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις των ρωσικών προστατευτικών μέτρων που επιβλήθηκαν εναντίον τους. Η ΕΕ αποτελεί επίσης σημαντική πηγή εισερχόμενων άμεσων ξένων επενδύσεων τη Γεωργία, στη Μολδαβία και στην Ουκρανία. Η διαδικασία πρόσβασης στην ΕΕ θα βοηθούσε στην εδραίωση αυτών των δεσμών και θα συμβάλει στον εκσυγχρονισμό και των τριών οικονομιών.

Υπάρχει σχετικό προηγούμενο μετά τη σειρά τραγικών συγκρούσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990. Τον Ιούνιο του 2003, η σύνοδος της ΕΕ στη Θεσσαλονίκη εξέφρασε την “αναμφίβολη υποστήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων”. Επίσης δήλωσε ότι “το μέλλον των Βαλκανίων είναι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης”. Άνοιξε τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης για αυτή την περιοχή. Αν και σήμερα, σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη διακήρυξη, μόνο η Κροατία είναι ένα μέλος της ΕΕ, άλλες τέσσερις χώρες (Αλβανία, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία) έχουν καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην ΕΕ. Μαυροβούνιο και Σερβία βρίσκονται σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Παρά την βραδεία ταχύτητα και τις διάφορες αδυναμίες της ενταξιακής διαδικασίας στα Δυτικά Βαλκάνια, έχει σταθεροποιήσει την περιοχή πολιτικά και έχει δώσει κίνητρα οικονομικά και θεσμικά, σε μεμονωμένες χώρες.

Ασφαλώς, η ένταξη στην ΕΕ θα χρειαστεί χρόνο, ειδικά για τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά και θεσμικά υποψήφιες χώρες. Δεν θα συμβεί αμέσωσ, όπως θα ήθελε να δει ο πρόεδρος Ζελένσκι. Απαιτείται χρόνος για να εκπληρωθούν τα κριτήρια της Κοπεγχάγης για την ένταξη στην ΕΕ, για την υιοθέτηση όλου του κοινοτικού κεκτημένου και για τη διαπραγμάτευση των τεχνικών και θεσμικών πτυχών της εφαρμογής του. Η ταχύτητα και το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας συνήθως εξαρτάται από την πολιτική αποφασιστικότητα της υποψήφιας χώρας και την ικανότητα της να εφαρμόζει όλες τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις και τη νομική εναρμόνιση, καθώς και την καλή θέληση των χωρών της ΕΕ που έχουν νομική εξουσία να εμποδίζουν την προσχώρησή τους σε κάθε στάδιο. Δυστυχώς, αυτή η εξουσία κάποιες φορές χρησιμοποιείται υπερβολικά, όπως στην περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας, η οποία απέκτησε καθεστώς υποψήφιας χώρας το 2005 αλλά έπρεπε να περιμένει για μεγάλο διάστημα για να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις ένταξης. Τέτοιες πρακτικές μπορεί να εκτροχιάσουν όλη τη διαδικασία ένταξης της ΕΕ και να της στερήσουν τον χαρακτήρα της.

Η ΕΕ έχει επίσης ουσιαστική δουλειά να κάνει. Για άλλη μια φορά πρέπει να μεταρρυθμίσει τους θεσμούς και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (την τελευταία φορά έγινε στη Συνθήκη της Λισσαβόνας που υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2007). Η περαιτέρω επέκταση της ψηφοφορίας ειδικής πλειοψηφίας και η μείωση της λίστας των αποφάσεων που απαιτούν ομοφωνία, είναι η πιο επείγουσα συνιστώσα αυτής της μεταρρύθμισης. Πολύ συχνά, η σημερινή ΕΕ γίνεται όμηρος των εξουσιών βέτο μεμονωμένων χωρών, για παράδειγμα στους τομείς της ενιαίας εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, του Πολυετούς Οικονομικού Πλαισίου ή στη διεύρυνση της ΕΕ. Η αύξηση των μελών της ΕΕ χωρίς να διορθωθεί το πρόβλημα, θα περιέπλεκε περισσότερο την κατάσταση.

Οι τρεις νέοι αιτούντες έχουν ένα πλεονέκτημα που δεν είχαν οι περισσότερες χώρες των δυτικών Βαλκανίων (εκτός από την Κροατία) το 2003: τις λειτουργικές Συμφωνίες Σύνδεσης, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών και εμπορικών συνιστωσών τους, που απαιτούσαν ήδη την υιοθέτηση σημαντικού μέρους του κεκτημένου.

Η επανάληψη της προσφοράς τύπου Θεσσαλονίκη 2003 στις τρεις χώρες της EaP και η έναρξη της ενταξιακής τους πορείας στην ΕΕ δεν θα καθόριζε το αποτέλεσμα ή το χρονοδιάγραμμα, τα οποία και τα δύο θα εξαρτώνται από την πρόοδο στην υιοθέτηση του κεκτημένου. Επίσης δεν θα εμπόδιζε διάφορες ενδιάμεσες λύσεις, όπως η περαιτέρω εμβάθυνση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων (ιδίως στους τομείς της γεωργίας και των υπηρεσιών) ή στενότερη πολιτική σύνδεση στο μεταξύ, κατά προτίμηση με αναβάθμιση των υφιστάμενων Συμφωνιών Σύνδεσης. Θα βοηθούσε μόνο τον μακροπρόθεσμο στόχο της ενοποίησης της ΕΕ.

© Copyright Bruegel. Η μετάφραση του κειμένου έγινε από το Capital.gr. Η δημοσίευση της ελληνικής μετάφρασης δεν αποτελεί προϊόν επίσημης συνεργασίας

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://www.bruegel.org/2022/03/a-new-thessaloniki-offer-the-aspirations-of-georgia-moldova-and-ukraine-to-join-the-eu/

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://www.capital.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

3:11 μμ

re