Κυριακή 05.07.2026

Πανδημία – Αναπαραγωγική υγεία: Πώς επηρέασε τον μηνιαίο κύκλο των γυναικών

Η αναπαραγωγική υγεία των γυναικών έχει διαταραχθεί λόγω του ψυχολογικού βάρους της πανδημίας COVID-19 και έχει ωθήσει τις γυναίκες σε αναζήτηση ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης, σύμφωνα με έρευνα που θα παρουσιαστεί στο ετήσιο συνέδριο της Ενδοκρινολογικής Εταιρίας στο Εδιμβούργο. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι το στρες και οι διαταραχές ύπνου που σχετίζονται με την πανδημία έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην έμμηνο ρύση. Πώς όμως συνδέονται ακριβώς;

Η πανδημία έχει επιβλαβείς επιδράσεις στις ζώες των ανθρώπων παγκοσμίως. Οι αρνητικές επιπτώσεις  στη ψυχική μας υγεία έχουν συνδυαστεί με τις σημαντικές αλλαγές στον καθημερινό τρόπο ζωής μας, τη διατροφή και τις συνήθειες άσκησης. Το άγχος και το στρες είναι γνωστοί παράγοντες που μπορεί να διαταράξουν τους εμμηνορροϊκούς κύκλους των γυναικών επηρεάζοντας τα επίπεδα ορμονών, καθώς και να προκαλέσουν διαταραχές του ύπνου και του σωματικού βάρους. Οι ορμόνες του στρες μπορούν να αναστείλουν κατευθείαν την απελευθέρωση ορμονών του φύλου,  ενώ η διαταραχή του ύπνου σχετίζεται με υπογονιμότητα και τέλος, το αυξημένο λίπος της κοιλιάς σχετίζεται με διαταραχές του κύκλου.
Με σκοπό να εξεταστεί ο αντίκτυπος της πανδημίας στην αναπαραγωγική υγεία, η Δρ. Michelle Maher, ως μέλος της ομάδας που ηγείται η Δρ. Lisa Owens στο Δουβλίνο, ερεύνησε περισσότερες από 1.300 γυναίκες τον Απρίλιο του 2021. Επιπρόσθετα, στους παράγοντες που μετρήθηκαν, όπως η κατάθλιψη,  το έντονο άγχος  και η ποιότητα ύπνου, προστέθηκαν και ερωτήματα γύρω από την έμμηνο ρύση. Στις διαταραχές της εμμήνου ρύσεως περιλαμβάνονται ο ακανόνιστος κύκλος, καθώς και τα προ-εμμηνορρυσιακά συμπτώματα.
Ειδικότερα, το 56% των ερωτηθέντων ανέφερε μια γενικότερη αλλαγή στην έμμηνο ρύση από την αρχή της πανδημίας, το 64% ανέφερε πως χειροτέρεψαν τα προ-εμμηνορρυσιακά συμπτώματα και το 54% αντιμετωπίζει μειωμένη σεξουαλική επιθυμία. Τα ποσοστά της σοβαρής κατάθλιψης, του άγχους και του ελλιπούς ύπνου διπλασιάστηκαν συγκριτικά με την προ-πανδημίας περίοδο μεταξύ των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία. Έτσι, οι διαταραχές στον εμμηνορροικό κύκλο σχετίστηκαν με τα αυξημένα επίπεδα ψυχικού στρες και κακού ύπνου, στις ερωτηθείσες γυναίκες.
«Τα ευρήματά μας υπερθεματίζουν μία αληθινή ανάγκη να παρέχουμε τη σωστή ιατρική φροντίδα και ψυχική υποστήριξη στις γυναίκες με διαταραχές της εμμήνου ρύσεως,  λόγω του ψυλοχολογικού βάρους της πανδημίας» επισημαίνει η Δρ. Michelle Maher. Όπως συμπληρώνει η ίδια, η συγκεκριμένη μελέτη έχει πραγματοποιηθεί στο πρώτο στάδιο του προγράμματος εμβολιασμού κατά της COVID-19 και άρα η επίδραση του εμβολίου μπορεί να επηρεάσει μελλοντικά τα ευρήματα. Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν όπως υπογράμμισε η ίδια «όσες γυναίκες αντιμετωπίζουν προβλήματα με την έμμηνο ρύση τους ή με την ψυχική τους υγεία, να επισκεφθούν τον γιατρό τους.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.