Κυριακή 05.07.2026

Περισσότερα από 700 κρουαζιερόπλοια αναμένονται το 2022 στο λιμάνι του Πειραιά

Η δυναμική επανεκκίνηση της κρουαζιέρας είναι εμφανής – Έχει επιτευχθεί ποσοστό ανάκαμψης περίπου 60% το 2021, σε σύγκριση με το 2019

O Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ) εκτιμά ότι με βάση τις προκρατήσεις του έτους 2022 αναμένονται να αφιχθούν στο λιμάνι πάνω από 700 κρουαζιερόπλοια, εκ των οποίων ποσοστό άνω του 60% αφορούν αφίξεις επιβίβασης (homeport) στον Πειραιά. Σημειώνεται, ότι το 2019, πριν την έναρξη της πανδημίας, εξυπηρετήθηκαν 622 κρουαζιερόπλοια.

Η δυναμική επανεκκίνηση της κρουαζιέρας είναι εμφανής, αφού έχει επιτευχθεί ποσοστό ανάκαμψης περίπου 60% το 2021, σε σύγκριση με το 2019, ως προς τον αριθμό των κρουαζιερόπλοιων. Σημειώνεται, ότι το 2020 σημειώθηκε μείωση 88% σε σχέση με το 2019 λόγω της πανδημίας.

Για το 2022 αναμένεται αύξηση 18% σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, το 2022 αναμένονται και νέες αφίξεις εταιρειών στο λιμάνι του Πειραιά, όπως η Virgin Cruises και η Ritz-Carlton Yacht Collection. Επισημαίνεται, ότι περίπου το 60% αφορά κρουαζιέρες homeport, οι οποίες συμβάλλουν θετικά στην τοπική όσο και στην εθνική οικονομία.

Ο πρόεδρος του ΟΛΠ, Yu Zenggang, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την επανεκκίνηση της κρουαζιέρας, τονίζοντας: «Η άμεση και ταχεία επανεκκίνηση της κρουαζιέρας αποδεικνύει τη δυναμική του λιμένος Πειραιά λόγω των υψηλών παρεχόμενων υπηρεσιών του, της υποστήριξης που προσέφερε κατά τη διάρκεια της πανδημίας στις εταιρείες κρουαζιέρας όσο προφανώς και της μοναδικής κομβικής θέσης του. Είναι βέβαιο ότι με το πέρας της πανδημίας το λιμάνι του Πειραιά θα αναδειχθεί ξανά σε ένα από τα καλύτερα λιμάνια της Μεσογείου και της Ευρώπης και θα ενισχύσει περαιτέρω τη θέση της τουριστικής βιομηχανίας της Ελλάδας στην Ευρώπη». Ο ίδιος επεσήμανε ότι οι αναμενόμενες αφίξεις θα πραγματοποιηθούν με αυστηρή τήρηση των μέτρων προστασίας και ασφάλειας όσον αφορά τον κορωνοϊό.

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :
Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.