Κυριακή 05.07.2026

Περιστατικά βίας και παρενόχλησης στον χώρο εργασίας: Πώς θα διενεργείται η διαδικασία ενώπιον του ΣΕΠΕ


Περιστατικά βίας και παρενόχλησης στον χώρο εργασίας: Πώς θα διενεργείται η διαδικασία ενώπιον του ΣΕΠΕ

 

Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων σε εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του νόμου για την Προστασία της Εργασίας

Από το Γραφείο Τύπου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση:

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστή Χατζηδάκη ρυθμίζονται ειδικά ζητήματα της διαδικασίας ενώπιον του ΣΕΠΕ (παράσταση μερών, απόδειξη, κλπ) για περιστατικά βίας και παρενόχλησης στην εργασία. Η απόφαση εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Ν. 4808/2021 για την Προστασία της Εργασίας που απαγορεύει κάθε μορφής βία και παρενόχληση στην εργασία (συμπεριλαμβανομένης της βίας και παρενόχλησης λόγω φύλου και της σεξουαλικής παρενόχλησης) σε όλες τις επιχειρήσεις/εργοδότες. Έρχεται δε σε συνέχεια της εξειδίκευσης των πολιτικών που υποχρεούνται να καταρτίζουν οι επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 20 ατόμων, για την καταπολέμηση τέτοιων περιστατικών και τη διαχείριση των καταγγελιών.

Τα κυριότερα σημεία της απόφασης είναι τα ακόλουθα:

1.Κάθε πρόσωπο που θίγεται από περιστατικό βίας και παρενόχλησης σε βάρος του έχει δικαίωμα αίτησης ενώπιον του ΣΕΠΕ για την επιβολή κυρώσεων στον εργοδότη εφόσον αυτός δεν λαμβάνει μέτρα

2.Για να είναι παραδεκτή η αίτηση, θα πρέπει να είναι επώνυμη, έγγραφη και συγκεκριμένη, με αναγραφή των πλήρων στοιχείων του αιτούντος-θιγομένου και του καθ’ ου (που αφορά η καταγγελία), καθώς και των συγκεκριμένων περιστατικών ή συμπεριφορών βίας και παρενόχλησης στην εργασία.

3. Η συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται εντός το αργότερο 10 ημερών από την κατάθεσή της και στη συνέχεια αποστέλλεται πρόσκληση σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή στον αιτούντα-θιγόμενο, στον εργοδότη (ανεξάρτητα αν είναι το καταγγελλόμενο πρόσωπο ή όχι) και σε άλλο εργαζόμενο (όταν είναι αυτός το καταγγελλόμενο πρόσωπο), να παρασταθούν στη συζήτηση. Η διαδικασία ολοκληρώνεται εντός δυο μηνών από την υποβολή της καταγγελίας.

4. Ο Επιθεωρητής Εργασίας μπορεί να εξετάζει τα εμπλεκόμενα μέρη μεμονωμένα ή κατ΄αντιπαράσταση. Έχει επίσης δικαίωμα αυτοψίας και ελεύθερη πρόσβαση στα αρχεία της επιχείρησης/εργοδότη, καθώς και σε τυχόν οπτικοακουστικό υλικό που συλλέγεται από την επιχείρηση για νόμιμο σκοπό.

5. Όπως προβλέπεται ρητά από τον νόμο για την Προστασία της Εργασίας, κατά τη διαδικασία αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης. Με άλλα λόγια, εφόσον ο αιτών έχει προσκομίσει στοιχεία από τα οποία πιθανολογείται η εκδήλωση περιστατικού βίας ή παρενόχλησης (συμπεριλαμβανομένης της παρενόχλησης λόγω φύλου και της σεξουαλικής παρενόχλησης), ο καταγγελλόμενος καλείται να αποδείξει ότι δεν συνέτρεξαν τέτοιες περιστάσεις.

6. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με το αιτιολογημένο πόρισμα του Επιθεωρητή, που μπορεί να περιλαμβάνει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων καθώς και την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς, εάν συντρέχει περίπτωση ποινικού αδικήματος.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.