Ενα πακέτο χαρτί υγείας των 4 ευρώ μπορεί, τελικά, να «τελειώνει» γρηγορότερα από ένα των 6 ευρώ, ενώ δύο καφέδες με σχεδόν ίδια τιμή στο ράφι μπορεί να έχουν σημαντικά διαφορετικό κόστος ανά φλιτζάνι.

Στην εποχή της ακρίβειας, οι καταναλωτές έχουν μάθει να κοιτούν περισσότερο από ποτέ το καρτελάκι της τιμής. Συγκρίνουν προσφορές, κυνηγούν εκπτώσεις και αλλάζουν μάρκες για να περιορίσουν τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων η τιμή που βλέπουν στο ράφι λέει μόνο τη… μισή αλήθεια. Το πραγματικό κόστος κρύβεται αλλού: στην τιμή ανά χρήση.

Πόσο κοστίζει μία πλύση ρούχων; Πόσο πληρώνουμε για ένα φλιτζάνι καφέ; Πόσο κοστίζει κάθε πλύσιμο των πιάτων ή κάθε αλλαγή σακούλας απορριμμάτων; Πόσες πραγματικές χρήσεις προσφέρει μία συσκευασία;

Ο «Ε.Τ.» έβαλε στο μικροσκόπιο 10 προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης και υπολόγισε το πραγματικό κόστος τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, η φθηνότερη συσκευασία αποδεικνύεται, τελικά, η ακριβότερη επιλογή.

Απορρυπαντικά – Η τιμή ανά πλύση: Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα υγρού απορρυπαντικού ρούχων. Η μεγάλη συσκευασία, που αντιστοιχεί σε 84 πλύσεις, κοστίζει 13,49 ευρώ. Η μικρότερη, για 34 πλύσεις, πωλείται προς 6,70 ευρώ. Με μία πρώτη ματιά, ο καταναλωτής που θέλει να συγκρατήσει τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ είναι πιθανότερο να επιλέξει τη δεύτερη.

Η αριθμητική, ωστόσο, ανατρέπει την εικόνα. Στη μεγάλη συσκευασία το κόστος διαμορφώνεται στα 0,16 ευρώ ανά πλύση, ενώ στη μικρή ανεβαίνει στα 0,20 ευρώ. Δηλαδή, κάθε φορά που μπαίνει το πλυντήριο σε λειτουργία, η μικρότερη συσκευασία κοστίζει 25% περισσότερο. Σε 84 πλύσεις, η διαφορά αντιστοιχεί σε περισσότερα από 3 ευρώ.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ψαλίδα στις ταμπλέτες πλυντηρίου πιάτων. Η συσκευασία των 120 τεμαχίων κοστίζει 19,98 ευρώ, ποσό που μπορεί να μοιάζει υψηλό μπροστά στα 7,61 ευρώ της συσκευασίας των 25 τεμαχίων.

Στην πραγματικότητα, όμως, η μεγάλη συσκευασία κοστίζει περίπου 0,17 ευρώ ανά πλύση, όταν στη μικρή κάθε ταμπλέτα φθάνει τα 0,30 ευρώ. Για 120 πλύσεις, ο καταναλωτής που αγοράζει επανειλημμένα τη μικρή συσκευασία θα χρειαστεί να δαπανήσει περίπου 36 ευρώ, έναντι λιγότερων από 20 ευρώ για τη μεγάλη. Η διαφορά, έτσι, ξεπερνά τα 16 ευρώ.

Ο «γρίφος» των ρολών υγείας: Πιο σύνθετη είναι η σύγκριση στο χαρτί υγείας, καθώς ο αριθμός των ρολών από μόνος του δεν αποτελεί ασφαλή μονάδα μέτρησης. Στο παράδειγμα της έρευνας, μία συσκευασία οκτώ ρολών τετράφυλλου χαρτιού, συνολικού βάρους 880 γραμμαρίων, κοστίζει 5,20 ευρώ. Μία συσκευασία δίφυλλου χαρτιού βάρους 496 γραμμαρίων πωλείται προς 2,22 ευρώ.

Η δεύτερη συσκευασία είναι κατά σχεδόν 3 ευρώ φθηνότερη στο ράφι. Αν, όμως, η σύγκριση γίνει με βάση το βάρος, το τετράφυλλο κοστίζει περίπου 5,91 ευρώ το κιλό και το δίφυλλο 4,48 ευρώ. Εδώ ο καταναλωτής πρέπει να συνυπολογίσει και την πραγματική χρήση: το πάχος, τον αριθμό των φύλλων και την ποσότητα που απαιτείται κάθε φορά. Το «φθηνότερο ρολό» δεν είναι πάντα αρκετό για να δείξει ποια συσκευασία διαρκεί περισσότερο.

Στις βρεφικές πάνες, για μία οικογένεια με μωρό, ακόμη και λίγα λεπτά ανά τεμάχιο μπορούν να μεταφραστούν σε σημαντική επιβάρυνση μέσα στον μήνα. Η συσκευασία των 120 βρεφικών πανών κοστίζει 26,20 ευρώ, ενώ εκείνη των 64 τεμαχίων πωλείται στα 17,96 ευρώ.

Η πρώτη αντιστοιχεί σε κόστος 0,22 ευρώ ανά πάνα και η δεύτερη στα 0,28 ευρώ. Η διαφορά είναι έξι λεπτά σε κάθε αλλαγή. Για 120 πάνες, το επιπλέον κόστος της μικρότερης συσκευασίας φθάνει τα 7,20 ευρώ. Αν η κατανάλωση είναι μεγάλη και επαναλαμβάνεται κάθε μήνα, η διαφορά στον οικογενειακό προϋπολογισμό παύει να είναι αμελητέα.

Η τιμή λίτρου: Ενα σαμπουάν 800 ml πωλείται προς 5,78 ευρώ, ενώ η συσκευασία των 400 ml κοστίζει 3,58 ευρώ. Για τον καταναλωτή που διαθέτει συγκεκριμένο ποσό για τις αγορές του, τα 3,58 ευρώ είναι σαφώς πιο ελκυστικά.

Η μεγάλη συσκευασία, όμως, κοστίζει 7,23 ευρώ το λίτρο, έναντι 8,95 ευρώ της μικρής. Η διαφορά φθάνει τα 1,72 ευρώ ανά λίτρο. Με άλλα λόγια, για την ίδια ποσότητα προϊόντος, η μικρότερη συσκευασία είναι σχεδόν 24% ακριβότερη.

Οι διαφορές στα τρόφιμα: Ανάλογη είναι η εικόνα στις κάψουλες εσπρέσο. Η συσκευασία των 40 τεμαχίων κοστίζει 12,59 ευρώ και κάθε φλιτζάνι καφές βγαίνει περίπου στα 0,31 ευρώ. Η μικρότερη συσκευασία των 10 τεμαχίων πωλείται προς 3,41 ευρώ, δηλαδή περίπου 0,34 ευρώ ανά κάψουλα.

Η διαφορά των τριών λεπτών φαίνεται ελάχιστη. Για κάποιον, όμως, που πίνει δύο καφέδες την ημέρα, αντιστοιχεί σε περίπου 22 ευρώ τον χρόνο. Και αυτό χωρίς να υπολογίζεται η κατανάλωση των υπόλοιπων μελών του νοικοκυριού.

Στα τρόφιμα, η τιμή ανά κιλό είναι συχνά ο ασφαλέστερος οδηγός. Τυρί σε φέτες, σε συσκευασία 300 γραμμαρίων, κοστίζει 3,83 ευρώ, με την τιμή του κιλού να διαμορφώνεται στα 12,77 ευρώ. Η μικρότερη συσκευασία των 175 γραμμαρίων έχει τελική τιμή μόλις 2,43 ευρώ, όμως το κιλό ανεβαίνει στα 13,89 ευρώ.

Ο καταναλωτής πληρώνει δηλαδή 1,12 ευρώ περισσότερο ανά κιλό επιλέγοντας τη μικρότερη συσκευασία. Βεβαίως, η ποσότητα που πραγματικά καταναλώνεται έχει σημασία, καθώς μία μεγάλη συσκευασία που, τελικά, καταλήγει στα σκουπίδια δεν αποτελεί οικονομία. Οταν, όμως, το προϊόν καταναλώνεται σταθερά, η τιμή ανά κιλό αποκαλύπτει την πραγματική διαφορά.

Ακόμη και σε ένα προϊόν καθημερινής κατανάλωσης, όπως το γιαούρτι, η διαφορά μεγέθους της συσκευασίας αλλάζει το τελικό κόστος. Η συσκευασία του ενός κιλού κοστίζει 5,35 ευρώ. Τα 500 γραμμάρια πωλούνται προς 2,98 ευρώ. Αν ο καταναλωτής αγοράσει δύο μικρές συσκευασίες για να φθάσει το ένα κιλό, θα πληρώσει 5,96 ευρώ. Δηλαδή, 0,61 ευρώ περισσότερα για ακριβώς την ίδια ποσότητα. Σε ένα νοικοκυριό που καταναλώνει ένα κιλό γιαούρτι την εβδομάδα, η διαφορά ξεπερνά τα 31 ευρώ σε ετήσια βάση.

Η μεγαλύτερη διαφορά της έρευνας του «Ε.Τ.» εντοπίζεται στο παγωτό. Συσκευασία 1,5 κιλού κοστίζει 13,70 ευρώ, με την τιμή ανά κιλό να διαμορφώνεται στα 9,13 ευρώ. Αντίθετα, η συσκευασία των 750 γραμμαρίων πωλείται προς 9,60 ευρώ, δηλαδή 12,80 ευρώ το κιλό.

Για να αγοράσει 1,5 κιλό μέσω των μικρότερων συσκευασιών, ο καταναλωτής θα χρειαστεί δύο τεμάχια και θα πληρώσει συνολικά 19,20 ευρώ. Για την ίδια ποσότητα, η μεγάλη συσκευασία κοστίζει 13,70 ευρώ. Η διαφορά φθάνει τα 5,50 ευρώ ή περίπου το 40% της τιμής της μεγάλης συσκευασίας.

Μπίρα: Η δωδεκάδα κερδίζει την εξάδα

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Η ίδια παγίδα υπάρχει και στις πολυσυσκευασίες. Οι έξι μπίρες κοστίζουν 4,69 ευρώ, ενώ η δωδεκάδα 7,52 ευρώ. Η διαφορά στο ταμείο είναι 2,83 ευρώ, όμως ανά κουτί η εικόνα αλλάζει.

Στην εξάδα, κάθε μπίρα κοστίζει 0,78 ευρώ, ενώ στη δωδεκάδα η τιμή πέφτει στα 0,63 ευρώ. Πρόκειται για διαφορά 15 λεπτών ανά κουτί ή περίπου 19%. Αν κάποιος αγόραζε δύο εξάδες για να φθάσει τα 12 τεμάχια, θα πλήρωνε 9,38 ευρώ, δηλαδή 1,86 ευρώ περισσότερα.

Η αριθμητική του… ραφιού

Οι δέκα αυτές συγκρίσεις τιμών δείχνουν ότι στην εποχή της ακρίβειας δεν αρκεί πλέον να κυνηγά κανείς το χαμηλότερο νούμερο στο καρτελάκι. Η τιμή των 2,98 ευρώ μπορεί να είναι ακριβότερη από εκείνη των 5,35 ευρώ και μία συσκευασία των 7,61 ευρώ να κοστίζει, σε βάθος χρόνου, πολύ περισσότερο από μία άλλη των 19,98 ευρώ.

Ο νέος κανόνας για τις αγορές είναι απλός: στα προϊόντα καθαρισμού μετράμε την πλύση, στις πάνες και στις κάψουλες το τεμάχιο, στα τρόφιμα το κιλό και στα είδη προσωπικής φροντίδας το λίτρο. Κυρίως, όμως, συγκρίνουμε προϊόντα που πραγματικά καλύπτουν την ίδια ανάγκη.

Το καρτελάκι δείχνει πόσα ευρώ θα φύγουν από το πορτοφόλι. Η τιμή ανά χρήση, όμως, αποκαλύπτει πόσα θα φύγουν, τελικά, από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αυτή, λοιπόν, είναι η τιμή που, τις περισσότερες φορές, αξίζει να βλέπει κανείς πρώτη.

πηγή: ελεύθερος τύπος