Να επιβεβαιώσει την αλαζονεία, τον αυταρχισμό και τον ταυτοτικό λαϊκισμό του. Να θυμίσει ότι ο διχασμός αποτελεί στοιχείο του πολιτικού χαρακτήρα του, το οποίο προφανώς δεν επιδέχεται κανενός rebranding. Να ξαναπεί και στον τελευταίο πολίτη ότι δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε πολιτική χωρίς πόλωση και εχθροπάθεια. Να δείξει πάλι τις σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα του, οι οποίες ευνόησαν -αν δεν απαίτησαν- την προσπάθεια δημιουργίας κανονικού καθεστώτος, όταν αυτή η ανεπανάληπτη «ιστορική συναστρία» του 2015 τον έκανε πρωθυπουργό. Το σημαντικότερο όλων, όμως, είναι οι δύο αλληλοσυνδεόμενες παραδοχές-ομολογίες που κατάφερε.

Η πρώτη είναι πως αναγκάστηκε να καταφύγει σε μια καρικατούρα του ιστορικού «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν». Το «ή εμείς ή αυτοί» αφορούσε την τελική «επικράτησή» του ως «νικητή». Ως πρώτος και αδιαμφισβήτητος, που θα επιβαλλόταν τελειωτικά «σε αυτούς». Οσο ακραία διχαστικό και τριτοδιεθνιστικό κι αν ήταν, είχε μια εσάνς ισχύος.

Ενώ η δεύτερη είναι πως μάχεται με νύχια και με δόντια μόνο για τη δεύτερη θέση. Ομολόγησε πως ο βασικός αντίπαλός του δεν είναι ο Κ. Μητσοτάκης, αλλά το ΠΑΣΟΚ. Παραδέχθηκε παρασυρμένος από τον ακατέργαστο παρορμητισμό του ότι τα «δίνει όλα», όχι για να βγει πρώτος, αλλά για να μη χάσει τη δεύτερη θέση. Και υπ’ αυτήν την έννοια είναι απολύτως λογική η έντονη αντίδραση του ΠΑΣΟΚ στον wannabe εκβιασμό του αρχηγού της ΕΛΑΣ.

Ευλόγως του θύμισε η Χ. Τρικούπη πως είναι αυτός που ήταν «χορηγός» του Κ. Μητσοτάκη, αφού ο πρωθυπουργός, όπου και όποτε τον βρήκε μπροστά του, τον νίκησε κατά κράτος. Είναι αυτός που συνέβαλε, ώστε «να βαφτεί μπλε όλη η Ελλάδα». Του θύμισε ακόμα πως είναι όχι μόνο πολυ-ηττημένος, αλλά κι αυτός που μεθόδευσε και «κατάφερε» να διαλύσει το κόμμα που τον έκανε πρωθυπουργό. Και λογικά αντέδρασε στη δηλητηριώδη «αβροφροσύνη» του Α. Τσίπρα πως χαίρεται κάθε φορά που το ΠΑΣΟΚ κερδίζει… μισή μονάδα.

Πλέον ο πόλεμος ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ και τούμπαλιν είναι επίσημος και κηρυγμένος. Αφήνοντας τον Κ. Μητσοτάκη να κάνει τη δουλειά του. Τα δύο μικρομεσαία, αλλά μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, από τώρα και έως τις εκλογές, είναι απασχολημένα, με το πώς το ένα θα κερδίσει το άλλο. Και σε αυτόν τον πόλεμο έχουν ειπωθεί ήδη αρκετά, αλλά είναι βέβαιο πως θα λεχθούν και θα γίνουν περισσότερα και βαρύτερα έως τη διεξαγωγή των εκλογών. Η μεγαλύτερη από τις συνέπειες αυτού του πολέμου είναι ότι με αυτά που θα έχουν λεχθεί και θα έχουν γίνει, οποιαδήποτε συζήτηση για τη μεταξύ τους συνεργασία, θα είναι το μεγαλύτερο ανέκδοτο.

Η κλιμακούμενη επιθετική ρητορική μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ αναγκαστικά θα βάλει στον μεγεθυντικό φακό και την ολοκληρωτική ανυπαρξία εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης. Κάτι που δείχνουν από τώρα τα μαθηματικά, αλλά δεν έχει εμπεδωθεί από την πλειοψηφία της κοινωνίας, η οποία λογικά ασχολείται με το πώς θα αντιμετωπίσει τις επαχθείς συνέπειες της νέας ενεργειακής κρίσης.

Οποιος συμβούλευσε τον Α. Τσίπρα, στο πλαίσιο του rebranding, να γίνει πιο μειλίχιος, να δείχνει πιο cool και να βάλει στο λεξιλόγιό του κεντρώες και φιλελεύθερες έννοιες και λέξεις, έκανε τραγικό λάθος. Αγνόησε τον χαρακτήρα του και υποεκτίμησε το πόσο μεγάλο πρόβλημα είναι να αλλάξει η σταλινική νοοτροπία, με την οποία είναι εμποτισμένος από τα μικράτα του.

Ο Α. Τσίπρας ήθελε να μιλήσει, μετά τη ΔΕΘ και τον πρώτο κύκλο των δημοσκοπήσεων. Και ήθελε γιατί κατάλαβε πως ούτε το ένα ούτε το άλλο πήγε καλά. Η αξιοπιστία και το πρόγραμμά του δεν πήγαν καθόλου καλά. Κι αυτό αποτυπώθηκε στις δημοσκοπήσεις. Η ΕΛΑΣ είναι με το ένα πόδι στο κατώφλι ενός καθοδικού σπιράλ. Το πόσο βαθιά θα μπει σε αυτή τη δίνη εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες. Το μόνο βέβαιο είναι πως ατάκες του τύπου «ή εμείς ή κανείς» βάζουν και το άλλο πόδι στην απότομη τσουλήθρα.