Σάββατο 02.03.2024

Τι διακυβεύεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Έπειτα από 20 χρόνιας κυριαρχίας του Ρετζέπ Ταγιπ Ερντογάν η Τουρκία οδηγείται σε μία καθοριστική εκλογική αναμέτρηση με το κρίσιμο ερώτημα για την Αθήνα να παραμένει τι μέλλει γενέσθαι στα ελληνοτουρκικά. O αναθεωρητισμός Ερντογάν και η επιμονή στην ακραία ρητορική από την Άγκυρα μπορεί να κρατούν σταθερά υπ’ ατμόν την ελληνική διπλωματία, όμως ούτε μία ενδεχόμενη προεδρική νίκη του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου δείχνει να εγγυάται «νηνεμία» στο Αιγαίο.

Η στάση του απερχόμενου Τούρκου προέδρου είναι γνωστή· εάν αυτή μεταβληθεί σε περίπτωση επανεκλογής του -και καταστεί είτε πιο επιθετική, είτε αμβλυνθεί- θεωρείται ότι θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από την κατάσταση της τουρκικής οικονομίας την επαύριο των εκλογών και την πολιτική που θα διατηρήσει ή ενδεχομένως επαναχαράξει όσον αφορά τις τεταμένες σχέσεις του με τη Δύση και ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόκειται για παράγοντες που αποτελούν εν μέρει συγκοινωνούντα δοχεία, δεδομένου και του κόστους των καταστροφικών σεισμών της 6ης Φεβρουαρίου για την τουρκική οικονομία που κατ’ εκτιμήσεις μπορεί να αγγίξει τα 85 δισ. δολάρια (περίπου το 10% του ΑΕΠ). Εφόσον επικρατήσει στην κάλπη του Μαΐου έναντι της Συμμαχίας των «Έξι» υπό τον κεμαλιστή Κιλιτσντάρογλου, ο Ερντογάν θα κληθεί να σταθμίσει πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις εξάρτησης της τουρκικής οικονομίας από τη Δύση -και τα ελληνοτουρκικά «περνούν» μέσα από το συνολικό πλέγμα των σχέσεων Τουρκίας-Δύσης.

Σε κυβερνητικό επίπεδο στην Άγκυρα οι τόνοι έναντι της Ελλάδας χαμήλωσαν εν όψει των εκλογών, αλλά και στη σκιά των σεισμών. Όμως το πλαίσιο των παράνομων διεκδικήσεων έναντι της Ελλάδας δεν πρόκειται να μεταβληθεί· αποτελεί κρατική πολιτική ανεξαρτήτως νικητή στην τουρκική κάλπη, με τη διαφορά ότι ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου μπορεί να ρίχνει παράλληλα γέφυρες και με προσανατολισμό τη Δύση, σε αντίθεση με τον Ερντογάν που κοίταζε προς την Ανατολή.

Η ίδια η τουρκική κοινωνία απομακρύνθηκε τα τελευταία χρόνια από τη Δύση, με τον Ερντογάν να επενδύει πολιτικά στην αντιδυτική ρητορική και τον εθνικισμό, μεταφέροντας ζητήματα εξωτερικής πολιτικής στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Η εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής στο εσωτερικό προσφέρει μεν βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη, παγιδεύει όμως την εκάστοτε εξουσία, καθώς στερεί από αυτήν τη δυνατότητα ελιγμών στα διεθνή φόρα αφού εγκλωβίζεται από μία εκλογική βάση, που προκειμένου να παραμείνει πιστή ζητά σκληρή στάση έναντι τους «εξωτερικού εχθρού».

Στερούμενος το πολιτικό εκτόπισμα του Ερντογάν και ακολουθώντας ενίοτε την ατζέντα που εκείνος θέτει, ο υποψήφιος της τουρκικής αντιπολίτευσης στην κάλπη της 14ης Μαΐου έχει επιλέξει να πλειοδοτεί πάνω στην εθνικιστική ρητορική του Ερντογάν, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές μέχρι σήμερα που ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου συνέχιζε στην ίδια πρακτική εργαλειοποίησης της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν, κλιμακώνοντας την ήδη ακραία επιθετική ρητορική κατά της Ελλάδας.

Άλλωστε στις ιδεολογικές αναφορές και την πολιτική παράδοση του κεμαλικού Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), του οποίου ηγείται, συγκαταλέγονται ο εθνικισμός και ο μιλιταρισμός.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κύκλος των απόστρατων που εμπνευστήκαν τις ιδέες της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Τζεμ Γκιουρντενίζ και Τζιχάτ Γιαϊτζί) και των «αμφισβητούμενης κυριαρχίας νησιών του Αιγαίου» (Ουμίτ Γιαλίμ) δεν ανήκουν στον ιδεολογικό χώρο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), αλλά ιδεολογικά -όχι όμως κομματικά- κινούνται στην παραδοσιακή γραμμή του κεμαλικού εθνικισμού, κύριος εκφραστής της οποίας είναι το CHP, και σίγουρα δεν προέρχονται από το πολιτικό Ισλάμ του Ερντογάν. Ο Τούρκος πρόεδρος απλώς υιοθέτησε τις θέσεις τους, ιδιαίτερα μετά την πολιτική συμμαχία του με τον εθνικιστή Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Όταν ο Ερντογάν κλιμάκωνε την επιθετική του ρητορική με άξονα τα περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου τον Ιούνιο του 2022, ο ίδιος ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου διατύπωνε ακόμη πιο ακραίες απειλές κατά της Ελλάδας, με εθνικιστικές «κορόνες» για τη Μικρά Ασία και την Κύπρο: «Ένα έχω να σας πω. Η κυβέρνηση θα αλλάξει. Θα έρθουμε εμείς στην εξουσία. Οι Έλληνες, οι Έλληνες κυβερνώντες γνωρίζουν ότι ανήκουμε στις ‘Εθνικές Δυνάμεις’. Ξέρουν πολύ καλά από ποια παράδοση προερχόμαστε και πώς προστατεύουμε τα συμφέροντα της χώρας. Γνωρίζουν, επίσης, πολύ καλά τους αείμνηστους Ετζεβίτ και Ερμπακάν [σ.σ. πρωθυπουργός και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αντίστοιχα κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο]. Αφήστε τους να μιλούν τώρα. Όταν έρθουμε εμείς στην εξουσία, θα τους δείξουμε τι θα γίνουν τα όπλα σε αυτά τα νησιά».

Λίγα χρόνια νωρίτερα, στις 23 Δεκεμβρίου του 2017, είχε σπεύσει να απαντήσει σε δηλώσεις του Έλληνα, τότε υπουργού Άμυνας Πάνου Καμμένου, δίνοντας… ραντεβού το 2019 για να πάρει 18 νησιά του Αιγαίου που βρίσκονται «υπό ελληνική κατοχή», κατά δήλωσή του. «Ο Έλληνας υπουργός Άμυνας μου λέει ‘μολών λαβέ’. Θα έρθω το 2019. Θα πάρω όλα αυτά τα νησιά. Κάποτε έλεγαν ‘μολών λαβέ’ για την Κύπρο, βγήκε ο αείμνηστος Ετζεβίτ, πήγε και την πήρε. Τελεία και παύλα. Από τον φόβο του ούτε που μπορεί να απαντήσει [σ.σ. εννοούσε τον Ερντογάν]. Θα γίνω μάρτυρας εκεί αν χρειαστεί, αλλά θα προστατεύσω το έδαφός μου. Θα κάνω τα πάντα για την πατρίδα μου»…

Το Φεβρουάριο ο αρχηγός του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος επαναβεβαίωσε την προσήλωσή του στη «Γαλάζια Πατρίδα», ενώ προ ημερών -έχοντας λάβει και το «χρίσμα» του υποψηφίου της Συμμαχίας των «Έξι»- διεμήνυε πως «δεν θα υπάρξει καμία υποχώρηση ως προς τα εθνικά συμφέροντα της χώρας μας».

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

3:11 μμ

re