Πέμπτη 24.09.2026

Τo ΠΑΣΟΚ μοιράζει λεφτά και δεν θέλει όρια

Ηεικόνα του ΠΑΣΟΚ, μετά την εξαγγελία του οικονομικού προγράμματος του στη Θεσσαλονίκη και μετά την άρνησή του να υπερψηφίσει συγκεκριμένες κυβερνητικές προτάσεις σχετικά με τη φορολογία, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις κρατικές δαπάνες και τις επενδύσεις στα πλαίσια της Συνταγματικής Αναθεώρησης, είναι βαθιά προβληματική.

Η σαφέστατη στροφή του Νίκου Ανδρουλάκη προς τον πρωτόγονο οικονομικό λαϊκισμό, αποτελεί μια προσπάθεια απάντησης στις εξ αριστερών πιέσεις που δέχεται από το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Ταυτόχρονα όμως σηματοδοτεί αποχαιρετισμό στον ορθολογισμό και στη δημοσιονομική ισορροπία που τόσο ανάγκη έχει η χώρα.

Ίσως βέβαια ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, να μελέτησε με προσοχή τα αποτελέσματα του ΟΟΣΑ σχετικά με το διαγωνισμό της PISA, σύμφωνα με τα οποία, ένας στους δυο πολίτες δεν κατανοεί καν το κείμενο που διαβάζει. Και η αναλογία μειώνεται ακόμα περισσότερο όταν το κείμενο περιέχει αριθμούς και ποσοστά. Οπότε υιοθετώντας μόνο το ΟΧΙ σε όλα, παράλληλα με το «Τσοβόλα δωσ’ τα όλα», ίσως να εκτιμά έτσι ότι προσελκύει την προσοχή αυτού του 50% των ψηφοφόρων. Διότι το ΟΧΙ είναι ευκολότερα κατανοητό, σε σχέση με την ανάγνωση και εμπέδωση λογικών επιχειρημάτων, καθώς και την ανάλυση πραγματικών δεδομένων.

Έτσι το ΠΑΣΟΚ είπε ΟΧΙ στο άρθρο 78 σύμφωνα με το οποίο αφενός «μπορεί να παρέχονται κίνητρα για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές για την εθνική οικονομία ιδιωτικές επενδύσεις» και αφετέρου ένας «φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος».

Είπε ΟΧΙ στο άρθρο 79, σύμφωνα με το οποίο αφενός «ο προϋπολογισμός οφείλει να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία» και αφετέρου επιβάλλεται «ετήσιος απολογισμός στους φορείς που χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από τον κρατικό προϋπολογισμό».

Με δυο λόγια, είπε ΟΧΙ στο σταθερό φορολογικό περιβάλλον, στη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία και στην λογοδοσία των δημοσίων δαπανών. Μια λογική που ταυτίζεται απόλυτα με τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ όπου υποσχέθηκε περισσότερες παροχές και δαπάνες, χωρίς ίχνος δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Παράλληλα είπε ΝΑΙ στις υποσχέσεις. Είναι εύκολο και εύληπτο το ΝΑΙ στις παροχές και στις δαπάνες που πουλάει το ΠΑΣΟΚ. Ειδικά εάν δεν συνοδεύονται από έναν επαρκή αλλά και επαναλαμβανόμενο δημοσιονομικό χώρο που απαιτείται για να χρηματοδοτηθούν αυτές οι δαπάνες, από μια νέα φορολογική επιβάρυνση ή μια πιθανή εκτροπή της πορείας των δημόσιων οικονομικών.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης γνωρίζει πολύ καλά – άλλωστε ΠΑΣΟΚ από τα γεννοφάσκια του είναι ο άνθρωπος – ότι στην πολιτική οι προεκλογικές υποσχέσεις έχουν ένα χαρακτηριστικό πλεονέκτημα. Ανακοινώνονται σήμερα, ενώ ο λογαριασμός τους πληρώνεται αύριο. Και αυτό το έχει πληρώσει πολύ ακριβά η χώρα.

Στην οικονομία, όμως, υπάρχει ένας κανόνας που δεν επιδέχεται πολιτική ερμηνεία. Κάθε μόνιμη δαπάνη χρειάζεται μια αντίστοιχη μόνιμη πηγή χρηματοδότησης.

Αυτό είναι λοιπόν το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει από το οικονομικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ στη ΔΕΘ. Όχι εάν οι παροχές είναι κοινωνικά επιθυμητές, που είναι. Αλλά πόσο κοστίζουν πραγματικά, ποιες από αυτές είναι μόνιμες και από πού θα προέλθουν τα χρήματα για τη χρηματοδότησή τους.

Η αναλυτική κοστολόγηση των εξαγγελιών οδηγεί σε έναν πρώτο αριθμό που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Περίπου €12,5 δισ. μέσα στην πρώτη τριετία. Και αυτός ο αριθμός δεν αποτελεί το ανώτατο κόστος του προγράμματος, αλλά το κόστος των μέτρων που μπορούν σήμερα να ποσοτικοποιηθούν. Αρκετές ακόμη δεσμεύσεις έχουν μείνει εκτός, επειδή δεν έχουν εξειδικευθεί επαρκώς.

Μόνο τρεις από τις βασικές παρεμβάσεις, όπως είναι ο 13ος μισθός, η 13η σύνταξη και το νέο ΕΚΑΣ, προσεγγίζουν περίπου τα €6,2 δισ. μέσα στην τριετία. Προστίθενται σε αυτά, η κατάργηση της τεκμαρτής φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών €1,5 δισ., η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας €0,9 δισ., προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ και ΕΦΚ, οι αυξημένες δαπάνες για το ολοήμερο σχολείο, η δωρεάν προσχολική αγωγή, επιδόματα για παιδιά, συνταξιοδοτικές παρεμβάσεις και σειρά άλλων μέτρων.

Συνολικά το κόστος των εξαγγελθέντων μέτρων βρίσκεται για το πρώτο έτος στα €3,7 δισ., για το δεύτερο έτος στα €3,7 δισ. και για το τρίτο έτος στα €5,1 δισ. Χωρίς σε αυτό το κόστος να υπολογίζονται μια σειρά από δεσμεύσεις που παραμένουν στο επίπεδο της αοριστίας, που φυσικά και δεν μπορούν να κοστολογηθούν. Όπως είναι για παράδειγμα οι πρόσθετες προσλήψεις στο χώρο της Υγείας, οι προσλήψεις στο χώρο του διδακτικού προσωπικού στα Πανεπιστήμια, οι αυξήσεις των μισθών στους εργαζόμενους του ΕΣΥ, η πρόσθετη φοιτητική στέγη, τα φορολογικά κίνητρα των παραγωγικών επενδύσεων και άλλα.

Το ΠΑΣΟΚ επικαλείται μια σειρά από πηγές χρηματοδότησης αυτών των νέων δαπανών μεταξύ των οποίων την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών μέσω νέου προγράμματος δόσεων, τη φορολόγηση υπερκερδών, τον περιορισμό της κρατικής σπατάλης, την καλύτερη αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων, τα έσοδα από τους υδρογονάνθρακες, τη δημόσια περιουσία και την υψηλότερη ανάπτυξη.

Όλες αυτές οι πηγές μπορούν ασφαλώς να συμβάλουν στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Το πρόβλημα όμως είναι διαφορετικό. Οι πηγές αυτές δεν έχουν όλες τον χαρακτήρα σταθερού, επαναλαμβανόμενου εσόδου που απαιτείται για να χρηματοδοτήσει μόνιμες δαπάνες. Και μάλιστα δύσκολα κάποιο αυτά τα δυνητικά έσοδα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί ή ακόμα περισσότερο να κατανεμηθεί σε βάθος τριετίας.

Ένα κλασσικό παράδειγμα είναι τα μελλοντικά έσοδα ύψους €70 δισ. από τους υδρογονάνθρακες που έχει αναφέρει το ΠΑΣΟΚ σε συνέντευξη Τύπου του ΠΑΣΟΚ για το ενεργειακό πρόγραμμα, στις 21 Ιουλίου 2026. Τα οποία ασφαλώς δεν είναι ούτε άμεσα, αλλά ούτε βραχυπρόθεσμα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.

Ένα ακόμα κλασσικό παράδειγμα είναι αυτό της φορολόγησης των «υπερκερδών». Διότι χωρίς σαφή προσδιορισμό της έννοιας του υπερκέρδους, τον καθορισμό της φορολογικής βάσης αλλά και του συντελεστή, τη συχνότητα της επιβολής της φορολογίας, δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα έσοδο μόνιμο και συγκεκριμένο.

Επομένως εάν οι μόνιμες παροχές είναι της τάξης των αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως, αλλά σημαντικό μέρος της χρηματοδότησης προέρχεται από έκτακτα, αβέβαια ή και μη επαναλαμβανόμενα έσοδα, τότε αργά ή γρήγορα υπάρχει μόνο μία από δύο επιλογές. Ή ο περιορισμός των παροχών ή η αναζήτηση νέων σταθερών εσόδων.

Το ΠΑΣΟΚ μοιράζει απλόχερα κοινωνικές παροχές τις οποίες φυσικά δεν θα κληθεί ποτέ να τις πραγματοποιήσει. Άλλωστε ο στόχος του, παρά τα λεγόμενα του δεν είναι να κυβερνήσει. Είναι να καταφέρει να μην βγει τέταρτο κόμμα. Κι έτσι ασκεί ένα κλεφτοπόλεμο με τα κόμμα Τσίπρα για το «ποιος αντιγράφει ποιον».

Όμως το μεγάλο ρίσκο, δεν είναι ότι το ΠΑΣΟΚ μοιράζει κοινωνικές παροχές. Είναι ότι δημιουργείται η απατηλή εντύπωση πως ο δημοσιονομικός χώρος είναι μεγαλύτερος από όσο μπορεί σήμερα να υπολογίζεται. Διότι η οικονομική πολιτική κρίνεται τελικά όχι από το ύψος των υποσχέσεων, αλλά από το αν ο λογαριασμός τους μπορεί να πληρωθεί χωρίς να υπονομευθεί η οικονομία που καλείται να τον πληρώσει.

Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μην ανταλλάξει τη δημοσιονομική σταθερότητα, με έναν νέο κύκλο παροχών τύπου Ανδρουλάκη και Τσίπρα που θα χρειαστεί αύριο να χρηματοδοτηθεί είτε με αύξηση των ελλειμμάτων, είτε με νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.

 

πηγή: liberal

αρθρογράφος: Κων. Χαροκόπος

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ