Παρασκευή 24.05.2024

Το σύνδρομο της δεύτερης θητείας

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο όρος «κατάρα» ή «σύνδρομο» της δεύτερης θητείας, είναι σχεδόν επίσημα αποδεκτός στην πολιτική θεωρία

Σε μια ανάλυση της δημοτικότητας των προέδρων μετά τον πόλεμο, είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη τετραετία συγκέντρωναν 59% θετικές γνώμες, αλλά μόλις 48% τη δεύτερη τετραετία, ποσοστό που έπεφτε στο 42% τον τελευταίο χρόνο της θητείας τους. Ανάλογες αναλύσεις δεν έχουμε για την Ελλάδα, νομίζω όμως ότι είναι καιρός να υιοθετήσουμε τον όρο και στη χώρα μας. Τα 50 χρόνια της μεταπολίτευσης αποτελούν την καλύτερη απόδειξη: η δεύτερη θητεία όλων των κυβερνήσεων, χωρίς εξαίρεση, υπήρξε από λίγο ως πολύ προβληματική.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για παράδειγμα, ο οποίος είχε πάρει πάνω από 50% στις εκλογές του 1974, έπεσε στο 42% το 1977. Ο ίδιος κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το πέτυχε όμως μόνο μετά από περιπετειώδεις μεταγραφές βουλευτών της Ένωσης Κέντρου και της Εθνικής Παράταξης οι οποίες ουσιαστικά διαλύθηκαν καθώς και την απορρόφηση του κόμματος των Νεοφιλελευθέρων του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Άφησε έτσι τη Νέα Δημοκρατία σε συνθήκες διάλυσης, να προσπαθεί να κερδίσει ψήφους μοιράζοντας επιταγές με χρήματα της τότε ΕΟΚ.

Δεν ήταν λιγότερο προβληματική η δεύτερη θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου. Ξεκίνησε με το πρόγραμμα σταθεροποίησης και υπουργό τον Κώστα Σημίτη και κατέληξε στο «Τσοβόλα δώστα όλα», με τον Ανδρέα ασθενή και την πολιτική ζωή να συγκλονίζεται από το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν κατάφερε να έχει δεύτερη θητεία ενώ και ο Ανδρέας Παπανδρέου ο οποίος τον διαδέχθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, πέθανε χωρίς να ολοκληρώσει την τρίτη θητεία του. Ακολούθησε όμως ο Κώστας Σημίτης ο οποίος στη δεύτερη θητεία είχε να αντιμετωπίσει το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου και τις κατηγορίες για διαπλοκή. Τον διαδέχθηκε ο Κώστας Καραμανλής στη δεύτερη θητεία του οποίου εκτός από το σκάνδαλο για το Βατοπέδι είχαμε βέβαια τη χρεοκοπία. Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν κατάφερε καν να ολοκληρώσει την πρώτη του θητεία ενώ και ο Τσίπρας, παρότι κέρδισε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ουσιαστικά έκανε μία μόνο θητεία.

Έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες για το φαινόμενο, κάποιες προφανείς. Τα σκάνδαλα για παράδειγμα είναι περισσότερο πιθανό να γίνονται γνωστά στη δεύτερη θητεία, ακόμα και αν έχουν διαπραχθεί νωρίτερα. Μετά την πρώτη τετραετία εξάλλου οι ψηφοφόροι γίνονται περισσότερο ανυπόμονοι, δεν αποδέχονται δικαιολογίες, εσείς τι κάνατε 4 χρόνια είναι μια χαρακτηριστική επωδός. Δίκαιη ή άδικη είναι άλλο ζήτημα. Γιατί, να το πούμε κι αυτό, η δημοφιλία μιας κυβέρνησης μοιάζει να μη σχετίζεται πάντα με το έργο το οποίο παράγει. Το 1981 για παράδειγμα η Νέα Δημοκρατία πήρε ένα από τα πιο χαμηλά ποσοστά της, λίγο αφότου είχε πετύχει την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ πάλι έχασε τις εκλογές του 2004 έχοντας καταφέρει να υλοποιήσει τα μεγάλα έργα, να διοργανώσει άψογους Ολυμπιακούς Αγώνες, να βάλει την Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ και βέβαια την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιστορικά επιτεύγματα όλα τα οποία δεν μέτρησαν στους ψηφοφόρους.

Με μια έννοια το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί και η σημερινή κυβέρνηση. Δεν έχει να παρουσιάσει κάποιο ιστορικό επίτευγμα βέβαια. Στον διεθνή τύπο ωστόσο μιλάνε για ελληνικό οικονομικό «θαύμα», κι ανεξάρτητα από τις υπερβολές, η πορεία της οικονομίας είναι σίγουρα θετική. Το ότι αυτό επιτυγχάνεται χωρίς να μπαίνει υπό αμφισβήτηση η οικονομική σταθερότητα, χωρίς δηλαδή τη γνωστή παροχολογία του παρελθόντος, έχει ξεχωριστή σημασία. Τουλάχιστον για όσους δεν έχουν ξεχάσει με πόση αμεριμνησία οδηγηθήκαμε στη χρεοκοπία.

Κατά τα φαινόμενα δεν είμαστε όλοι στην ίδια λογική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «είδηση» που έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση την προηγούμενη εβδομάδα, ότι η Ελλάδα είναι η δεύτερη φτωχότερη χώρα στην Ευρώπη. Και μόνο ότι χρειάστηκε ένα άρθρο των Financial Timesγια να γίνει θέμα κάτι το οποίο γνωρίζουμε εδώ και μία δεκαετία, λέει πολλά για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Είμαστε σε αυτή τη θέση ακριβώς επειδή χρεοκοπήσαμε. Αντί όμως έστω και τώρα, η κατανόηση της πραγματικής θέσης της χώρας να αποτελέσει αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού, η μόνιμη επωδός όλων είναι να αυξηθούν οι παροχές. Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι τόσο ότι δίνονται λίγα για τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους, όσο το ότι το πορτοφόλι είναι μικρό. Στην υγεία για παράδειγμα στο ΕΣΥ, αν ξεχάσουμε τη γκάφα Κασσελάκη, πηγαίνει το 5,8% του ΑΕΠ. Το ποσοστό είναι σχετικά χαμηλό συγκρινόμενο με τη Γερμανία αλλά όχι συγκρινόμενο με αρκετές άλλες χώρες «πλουσιότερες» από την Ελλάδα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το ΑΕΠ είναι χαμηλό.

Έτσι και το πραγματικό ποσό που πηγαίνει δεν καλύπτει τις ανάγκες. Αντί όμως να συζητάμε πώς θα αυξηθεί το ΑΕΠ, μένουμε μόνο στο ότι τα λεφτά είναι λίγα. Όπως είναι λίγα και για την παιδεία και για τις συντάξεις, και για την πρόνοια και για την πολιτική προστασία και για τις αποζημιώσεις των καταστροφών και για τους μισθούς και για τις προσλήψεις. Και θα είναι λιγότερα στο μέλλον αν δεν δώσουμε προτεραιότητα στο πώς θα γίνουμε ως χώρα περισσότερο παραγωγικοί, ικανοί να σταθούμε στο διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό προφανώς δεν σημαίνει πώς δεν υπάρχουν και ζητήματα δικαιοσύνης. Αρκεί να μη χρησιμεύουν για καινούργιες «αυταπάτες

πηγή: protothema

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ