Κυριακή 05.07.2026

Τρία λάθη των κακοποιημένων γυναικών μετά από ένα περιστατικό βίας

Με αφορμή την σημερινή Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών η Ελληνική Ιατροδικαστική Εταιρία επισημαίνει τα τρία συχνότερα λάθη των γυναικών θυμάτων βίας, ειδικά τις πρώτες κρίσιμες ώρες μετά από ένα περιστατικό βίας.

Λάθος #1: Θα βγάλω μία φωτογραφία για να αποδείξω τον ξυλοδαρμό μου
Η φωτογραφία δεν είναι από μόνο της ικανό αποδεικτικό μέσο. Αυτό συμβαίνει αφενός γιατί μπορεί με κατάλληλα μέσα να υποστεί επεξεργασία, αφετέρου γιατί το άτομο προ της φωτογράφισής του μπορεί να μακιγιαριστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αλλοιώνει την πραγματική εικόνα. Συνεπώς, το άτομο που έχει υποστεί κακοποίηση εάν απλά φωτογραφίσει τις κακώσεις του, δεν θα μπορέσει να αποδείξει την κακοποίηση.

Λάθος #2: Θα πάω στο πλησιέστερο νοσοκομείο και θα πάρω ιατρικό πιστοποιητικό από τον χειρουργό
Πράγματι, το πρώτο που πρέπει να κάνει το θύμα που φέρει σοβαρά τραύματα (ανοιχτά θλαστικά, πιθανά κατάγματα κ.λπ.) είναι να επισκεφθεί ένα νοσοκομείο για την παροχή πρώτων βοηθειών και εξετάσεων. Στη συνέχεια όμως, είναι απαραίτητη η εξέταση από ιατροδικαστή.
Ο ιατροδικαστής είναι ο μόνος ιατρός που έχει την κατάλληλη εκπαίδευση για την πιστοποίηση των σωματικών βλαβών. Καμία άλλη ιατρική ειδικότητα δεν έχει αντίστοιχη εκπαίδευση, συνεπώς ιατρός άλλης ειδικότητας δεν μπορεί να καταγράψει ορθά και πλήρως τις σωματικές βλάβες. Για μία εκχύμωση, για παράδειγμα, ο ιατροδικαστής περιγράφει πλήρως τα χαρακτηριστικά της, δηλαδή τις διαστάσεις, τη χροιά και το σχήμα της, με αποτέλεσμα να μπορεί να δώσει απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα της υπόθεσης.

Λάθος #3: Δεν θέλω να υποβάλω μήνυση οπότε δεν μπορώ να εξεταστώ από ιατροδικαστή
Όταν μια γυναίκα έχει αποφασίσει να υποβάλει μήνυση στον δράστη, θα πρέπει να το κάνει το συντομότερο δυνατό στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Στην περίπτωση αυτή η αστυνομία εκδίδει εντολή κλινικής ιατροδικαστικής εξετάσεως στην πλησιέστερη ιατροδικαστική δομή και η όλη διαδικασία είναι δωρεάν.
Σε περίπτωση όμως που το θύμα δεν είναι έτοιμο για μια νομική διαδικασία, είναι σημαντικό για να υπάρξει πιστοποίηση της κακοποίησης για μελλοντική χρήση, να υπάρξει ιατροδικαστική εξέταση σε κάποιο ιατροδικαστικό ιατρείο. Ιατρεία υπάρχουν στις κυριότερες πόλεις της χώρας. Και στις δύο περιπτώσεις, η έκθεση κλινικής εξετάσεως που εκδίδεται έχει το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών.

«Είναι σημαντικό όλες οι γυναίκες να γνωρίζουν τις ορθές διαδικασίες. Ακόμη κι αν δεν συμβεί στις ίδιες ένα τέτοιο περιστατικό, βάσει των επιδημιολογικών δεδομένων, είναι εξαιρετικά πιθανό να χρειαστεί να συμβουλεύσουν κάποιο άτομο του οικογενειακού ή του φιλικού τους περιβάλλοντος. Μόνο με τη σωστή ενημέρωση η γυναίκα θα μπορέσει να προβεί στις σωστές κινήσεις και τελικά να καταφέρει να δικαιωθεί. Οι ιατροδικαστές είμαστε δίπλα στα θύματα βίας όποτε και αν μας χρειάζονται», τονίζει ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρίας, κ. Γρηγόρης Λέων.

πηγή άρθρου και φωτογραφίας: https://ygeiamou.gr

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

8:00 πμ

Γονείς που δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, παιδιά που ενισχύουν οικονομικά τους γονείς τους και οικογένειες που μεταφέρουν χρήματα από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς θεωρούν συχνά ότι αρκεί η συγγενική σχέση για να εξασφαλίσουν το αφορολόγητο. Μια πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η Εφορία δεν εξετάζει μόνο ποιος εμφανίζεται ως δωρητής, αλλά και ποιος είχε πραγματικά τα χρήματα, με αποτέλεσμα μια χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ να καταλήξει σε φόρο και πρόστιμο συνολικού ύψους 7.800 ευρώ. Η υπόθεση αφορά χρηματική δωρεά 26.000 ευρώ που δηλώθηκε από κόρη προς τον πατέρα της. Η δήλωση υποβλήθηκε χωρίς φόρο, καθώς οι δωρεές χρηματικών ποσών μεταξύ συγγενών πρώτου βαθμού που πραγματοποιούνται μέσω τραπεζικού συστήματος καλύπτονται από το αφορολόγητο όριο των 800.000 ευρώ. Ωστόσο, ο έλεγχος της ΑΑΔΕ δεν περιορίστηκε στη δήλωση της δωρεάς, αλλά αναζήτησε την πραγματική προέλευση των χρημάτων. Από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η φορολογική διοίκηση προέκυψε ότι η κόρη δεν είχε τα οικονομικά δεδομένα που θα δικαιολογούσαν τη δωρεά. Οι φορολογικές δηλώσεις της έδειχναν τα τελευταία χρόνια είτε μηδενικά εισοδήματα είτε ζημιές από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η δυνατότητα ανάλωσης κεφαλαίου δεν επαρκούσε για να καλύψει το ποσό των 26.000 ευρώ. Αντίθετα, ο σύζυγός της εμφάνιζε σημαντικά υψηλότερα εισοδήματα, είχε λάβει επιστροφή φόρου 26.019 ευρώ – ποσό σχεδόν ταυτόσημο με το επίμαχο έμβασμα – και εμφανιζόταν ως εντολέας της τραπεζικής μεταφοράς από τον κοινό λογαριασμό του ζευγαριού. Με βάση τα στοιχεία αυτά, η φορολογική διοίκηση κατέληξε ότι πραγματικός δωρητής δεν ήταν η κόρη αλλά ο… γαμπρός. Η ΔΕΔ επικύρωσε την κρίση αυτή, κρίνοντας ότι η κόρη δηλώθηκε ως δωρήτρια προκειμένου να αξιοποιηθεί το αφορολόγητο που ισχύει στις δωρεές μεταξύ γονέων και παιδιών και να αποφευχθεί η φορολόγηση με συντελεστή 20% που προβλέπεται για δωρεές μεταξύ γαμπρού και πεθερού. Η διαπίστωση αυτή άλλαξε πλήρως τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Αν τα χρήματα θεωρούνταν ότι προέρχονταν από την κόρη, η δωρεά προς τον πατέρα θα καλυπτόταν από το αφορολόγητο που ισχύει για συγγενείς πρώτου βαθμού. Από τη στιγμή όμως που κρίθηκε ότι η δωρεά προερχόταν από τον γαμπρό προς τον πεθερό του, εφαρμόστηκε η φορολόγηση της Β’ κατηγορίας συγγένειας με συντελεστή 20%. Έτσι, για το ποσό των 26.000 ευρώ καταλογίστηκε φόρος δωρεάς 5.200 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 2.600 ευρώ, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στα 7.800 ευρώ. Ο φορολογούμενος υποστήριξε ότι ο λογαριασμός ήταν κοινός μεταξύ της κόρης και του συζύγου της και ότι δεν έχει σημασία ποιος έδωσε την εντολή του εμβάσματος. Ο ισχυρισμός, όμως, απορρίφθηκε, καθώς η ΔΕΔ έκρινε ότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ποιος πραγματοποίησε τεχνικά τη συναλλαγή, αλλά ποιος είχε την πραγματική οικονομική δυνατότητα να διαθέσει τα χρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και μια ακόμη επισήμανση της απόφασης. Όπως υπενθυμίζει η ΔΕΔ, με βάση τη σχετική εγκύκλιο της ΑΑΔΕ, η οικονομική δυνατότητα του δωρητή δεν εξετάζεται κατά την υποβολή της δήλωσης δωρεάς, αλλά μπορεί να ελεγχθεί σε μεταγενέστερο φορολογικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν μια δήλωση γίνει αρχικά αποδεκτή, η φορολογική διοίκηση μπορεί στη συνέχεια να αναζητήσει την πραγματική προέλευση των χρημάτων και, εφόσον διαπιστώσει διαφορετικό πραγματικό δωρητή, να ανατρέψει τη φορολογική μεταχείριση της συναλλαγής. Η απόφαση αποτελεί ουσιαστικά οδηγό για όσους πραγματοποιούν χρηματικές δωρεές μέσα στην οικογένεια. Δείχνει ότι η ΑΑΔΕ δεν αρκείται πλέον στο όνομα που αναγράφεται στη δήλωση ή στον τραπεζικό λογαριασμό, αλλά μπορεί να ελέγξει εισοδήματα, ανάλωση κεφαλαίου και κάθε διαθέσιμο στοιχείο, προκειμένου να διαπιστώσει ποιος ήταν ο πραγματικός δωρητής. Αν προκύψει ότι τα χρήματα προέρχονταν από διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που δηλώθηκε, η φορολογική μεταχείριση μπορεί να αλλάξει πλήρως, ακόμη και αν η μεταφορά έγινε μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας.