Οι διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι πλέον οι θέσεις εργασίας, αλλά οι δεξιότητες που απαιτούνται για να καλυφθούν. Η αγορά εργασίας αλλάζει ταχύτερα από ποτέ. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον πόσες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν ή θα χαθούν, αλλά αν οι εργαζόμενοι και τα εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να προσαρμοστούν με την ταχύτητα που εξελίσσεται η οικονομία.

Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα του διεθνούς συνεδρίου Future Skills Sphere, που πραγματοποιήθηκε στο Ιδρυμα Ευγενίδου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων του ΟΟΣΑ, του Cedefop και ευρωπαϊκών οργανισμών. Κοινός παρονομαστής όλων των εισηγήσεων ήταν ότι η εποχή κατά την οποία ένα πτυχίο αρκούσε για ολόκληρη την επαγγελματική ζωή έχει οριστικά παρέλθει. Η συνεχής αναβάθμιση των δεξιοτήτων μετατρέπεται πλέον σε βασική προϋπόθεση απασχολησιμότητας και ανταγωνιστικότητας.

Οπως επισήμανε ο επικεφαλής του OECD Centre for Skills, El Iza Mohamedou, οι οικονομίες αλλάζουν ταχύτερα από τα εκπαιδευτικά τους συστήματα. Ηδη, το ένα τρίτο των επιχειρηματικών επενδύσεων στις χώρες του ΟΟΣΑ αφορά άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως η γνώση, η καινοτομία και το λογισμικό, ενώ έως το 2030 εκτιμάται ότι σχεδόν το 70% των δεξιοτήτων που χρησιμοποιούνται στην εργασία θα έχει μεταβληθεί. Την ίδια ώρα, η γήρανση του πληθυσμού περιορίζει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και η πράσινη μετάβαση δημιουργεί νέες ανάγκες σε εξειδικευμένο προσωπικό.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Παρά την αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, η αγορά εργασίας δυσκολεύεται να καλύψει κρίσιμες ειδικότητες. Σχεδόν ένας στους δύο νέους ενήλικες στις χώρες του ΟΟΣΑ διαθέτει πλέον πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ωστόσο οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Για τον ΟΟΣΑ, το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη εκπαίδευσης, αλλά η αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που προσφέρει το εκπαιδευτικό σύστημα και σε εκείνες που αναζητά η αγορά εργασίας.

Αν οι προκλήσεις που περιγράφει ο ΟΟΣΑ αφορούν το σύνολο των ανεπτυγμένων οικονομιών, στην Ελλάδα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στη μετάβαση των νέων από την εκπαίδευση στην εργασία, ενώ η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτουν οι εργαζόμενοι και εκείνων που αναζητούν οι επιχειρήσεις παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.

Η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά νέων ηλικίας 18-24 ετών που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης και κατάρτισης (NEETs), ενώ σημαντικό ποσοστό παραμένει άνεργο για περισσότερο από έναν χρόνο, γεγονός που δυσχεραίνει την επανένταξή του στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα, οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν μεγάλες, με τις ευκαιρίες απασχόλησης να διαφέρουν σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, γεγονός που δείχνει ότι οι πολιτικές ανάπτυξης δεξιοτήτων δεν μπορούν να σχεδιάζονται αποκλειστικά με βάση τον εθνικό μέσο όρο.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους απόλυτους αριθμούς. Η εικόνα διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, αποκαλύπτοντας ότι η ανάπτυξη της χώρας δεν είναι ομοιόμορφη. Στα Ιόνια Νησιά, για παράδειγμα, οι ευκαιρίες απασχόλησης εμφανίζονται πολλαπλάσιες σε σχέση με άλλες περιοχές, ενώ στη Δυτική Μακεδονία η διαθεσιμότητα θέσεων εργασίας παραμένει αισθητά χαμηλότερη. Αντίστοιχα, τα ποσοστά των νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας και εκπαίδευσης κυμαίνονται από περίπου 14,6% στην Κρήτη έως 33,2% στα Ιόνια Νησιά, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι πολιτικές για τις δεξιότητες δεν μπορούν πλέον να σχεδιάζονται αποκλειστικά με βάση τους εθνικούς μέσους όρους, αλλά απαιτούν περιφερειακή στόχευση.

Την ίδια στιγμή, περίπου το 37% των εργαζομένων στην Ελλάδα απασχολείται σε θέσεις που δεν αξιοποιούν πλήρως τις γνώσεις και τα προσόντα του. Η αναντιστοιχία αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερη παραγωγικότητα για τις επιχειρήσεις και περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης για τους εργαζόμενους, αναδεικνύοντας την ανάγκη για μια στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Ιδιαίτερα έντονες είναι οι ελλείψεις σε δύο τομείς που αναμένεται να καθορίσουν την επόμενη δεκαετία: τις πράσινες και τις ψηφιακές δεξιότητες. Οι ανάγκες για εξειδικευμένο προσωπικό στην καθαρή ενέργεια, στις ανανεώσιμες πηγές, στην πληροφορική και στην Τεχνητή Νοημοσύνη αυξάνονται ταχύτερα από την προσφορά εργαζομένων. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι πράσινες θέσεις εργασίας στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσια δύσκολο να καλυφθούν σε σχέση με τον μέσο όρο της αγοράς, ενώ ακόμη μεγαλύτερες είναι οι ελλείψεις στα επαγγέλματα πληροφορικής και ψηφιακών τεχνολογιών.

Απέναντι στις ανησυχίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε μαζική απώλεια θέσεων εργασίας, ο ΟΟΣΑ εμφανίζεται πιο συγκρατημένος. Τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν ότι η AI αλλάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο εκτελείται η εργασία και λιγότερο τα ίδια τα επαγγέλματα. Οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για συγγραφή κειμένων, έρευνα, ανάλυση δεδομένων και προγραμματισμό. Η μεγαλύτερη πρόκληση, επομένως, δεν είναι να ανταγωνιστούν τις νέες τεχνολογίες, αλλά να αποκτήσουν τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να συνεργαστούν αποτελεσματικά μαζί τους.

Αυτό ακριβώς το χάσμα μεταξύ των αναγκών της οικονομίας και των διαθέσιμων δεξιοτήτων καλούνται σήμερα να καλύψουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τη διά βίου μάθηση, τις νέες μορφές πιστοποίησης και τη μαθητεία.

* Ο όρος NEET αναφέρεται στους νέους ηλικίας 15 έως 24 ετών που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Απέναντι στις ραγδαίες αλλαγές της αγοράς εργασίας, η Ευρώπη επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αποκτούν και ανανεώνουν τις δεξιότητές τους. Η κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών πολιτικών συνοψίζεται σε τρεις έννοιες: διά βίου μάθηση, μικροδιαπιστευτήρια (microcredentials) και ποιοτική μαθητεία.

Οπως εξήγησε η ειδικός του Cedefop, Αναστασία Πουλιού, τα microcredentials εξελίσσονται σε ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία αναβάθμισης και επανακατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού. Πρόκειται για στοχευμένες πιστοποιήσεις που αποδεικνύουν συγκεκριμένες γνώσεις ή δεξιότητες μέσα από σύντομα και ευέλικτα προγράμματα μάθησης, επιτρέποντας στους εργαζόμενους να προσαρμόζονται ταχύτερα στις απαιτήσεις της αγοράς χωρίς να χρειάζεται να επιστρέψουν σε μακροχρόνιες σπουδές.

Η ανάπτυξή τους επιταχύνθηκε μετά τη Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2022 και ήδη ενσωματώνονται στα εκπαιδευτικά συστήματα πολλών κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται κυρίως σε τομείς όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι συνεχείς, όπως η πράσινη οικονομία, οι ψηφιακές τεχνολογίες και οι δημιουργικές βιομηχανίες, ενώ ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις τις αξιοποιούν για την επιμόρφωση του προσωπικού ή ακόμη και ως κριτήριο προσλήψεων.

Η επιτυχία τους, ωστόσο, προϋποθέτει αξιοπιστία. Σύμφωνα με το Cedefop, η ποιότητα του φορέα που τις παρέχει, η σαφής περιγραφή των μαθησιακών αποτελεσμάτων και η αναγνώρισή τους από την αγορά εργασίας είναι καθοριστικοί παράγοντες ώστε τα microcredentials να λειτουργήσουν ως πραγματικό διαβατήριο δεξιοτήτων και όχι ως ακόμη μία πιστοποίηση αμφίβολης αξίας. Παράλληλα, μπορούν να αποτελέσουν εργαλείο κοινωνικής ένταξης, διευκολύνοντας την επανακατάρτιση ανέργων, εργαζομένων χαμηλής ειδίκευσης και άλλων ευάλωτων ομάδων.

Εξίσου σημαντικό ρόλο καλείται να διαδραματίσει η επαγγελματική εκπαίδευση και ιδιαίτερα η μαθητεία. Οπως επισήμανε η Agnes Roman από την European Trade Union Confederation (ETUC), η σύνδεση της εκπαίδευσης με την πραγματική εργασία αποτελεί έναν από τους αποτελεσματικότερους τρόπους μετάβασης των νέων στην αγορά εργασίας. Σήμερα, περίπου το 60% των μαθητών επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση συμμετέχει σε προγράμματα μάθησης στον χώρο εργασίας και περίπου οκτώ στους δέκα βρίσκουν εργασία μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Διαρκής ανανέωση γνώσεων

Στην Ελλάδα, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, το σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, παράλληλες δομές και περιορισμένη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον σχεδιασμό των πολιτικών.

Η Agnes Roman ανέδειξε ως μία από τις βασικότερες προκλήσεις τη διακυβέρνηση του συστήματος μαθητείας. Οπως σημείωσε, στην Ελλάδα λειτουργούν δύο παράλληλα συστήματα μαθητείας – το ένα υπό την εποπτεία του υπουργείου Εργασίας μέσω της ΔΥΠΑ και το άλλο υπό το υπουργείο Παιδείας – γεγονός που δυσχεραίνει τον ενιαίο σχεδιασμό πολιτικής. Παράλληλα, η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων παραμένει περιορισμένη, σε αντίθεση με χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Δανία, όπου εργοδοτικές οργανώσεις και συνδικάτα συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό, την αξιολόγηση και την αναβάθμιση των προγραμμάτων μαθητείας.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα πιο επιτυχημένα συστήματα βασίζονται σε τρεις προϋποθέσεις: σαφείς ρόλους όλων των εμπλεκομένων, ποιοτική εκπαίδευση στον χώρο εργασίας και συνεχή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στις χώρες όπου εφαρμόζονται αυτά τα χαρακτηριστικά, τα ποσοστά απασχόλησης των αποφοίτων επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα υψηλά, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μικρότερες ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από την ανάλυση του ΟΟΣΑ. Η αποτελεσματική πολιτική δεξιοτήτων δεν εξαντλείται στη συλλογή στοιχείων για τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αλλά απαιτεί τη μετατροπή αυτών των δεδομένων σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις: ανανέωση των προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης, επανακατάρτιση ενηλίκων, σύγχρονο επαγγελματικό προσανατολισμό και στενότερη συνεργασία με τις επιχειρήσεις. Σήμερα, μεγάλο μέρος των προγραμμάτων κατάρτισης παραμένει αποσπασματικό και μικρής διάρκειας, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας.

Το μήνυμα που προέκυψε από το Future Skills Sphere είναι ότι οι δεξιότητες δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά ζήτημα εκπαίδευσης. Είναι παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και ανταγωνιστικότητας. Για την Ελλάδα, η αυξανόμενη ζήτηση για πράσινες και ψηφιακές ειδικότητες, σε συνδυασμό με τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία μεταρρύθμισης. Η επιτυχία, όμως, δεν θα μετρηθεί από τον αριθμό των νέων προγραμμάτων κατάρτισης ή των πιστοποιήσεων που θα εκδοθούν, αλλά από το κατά πόσο περισσότεροι νέοι θα βρίσκουν εργασία, οι εργαζόμενοι θα μπορούν να ανανεώνουν τις γνώσεις τους σε όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής και οι επιχειρήσεις θα αποκτούν το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζονται για να καινοτομήσουν.