Συγκεκριμένα, το 2025 ένας άτεκνος και άγαμος μισθωτός που αμείβεται με τον μέσο μισθό κέρδισε 21.498 ευρώ καθαρά, ενώ το 2019 οι αποδοχές του ήταν 15.112 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι σε διάστημα έξι ετών το εισόδημά του αυξήθηκε κατά 37,8%, που ισοδυναμεί με σχεδόν 5.900 ευρώ, δηλαδή σχεδόν 1.000 ευρώ κάθε χρόνο. Σε αυτή την κατηγορία νοικοκυριού η Ελλάδα κατέλαβε τη 17η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, ακριβώς πάνω από την Πορτογαλία. Ουραγοί ήταν η Ρουμανία (13.877 ευρώ) και η Βουλγαρία (14.449 ευρώ).

Ανάλογη είναι η εικόνα για νοικοκυριά με δύο απασχολούμενα μέλη, τα οποία λαμβάνουν τον μέσο μισθό και έχουν δύο παιδιών. Το 2025 οι καθαρές ετήσιες απολαβές των δύο εργαζόμενων γονέων ανήλθαν στα 44.528 ευρώ, δηλαδή 11.567 ευρώ περισσότερα σε σύγκριση με το 2019, όταν τα έσοδα του δίτεκνου ζευγαριού είχαν μετρηθεί στα 33.014 ευρώ. Το άλμα αυτό, της τάξης του 31,6%, μεταφράζεται σε επιπλέον 964 ευρώ στο πορτοφόλι κάθε μήνα, ουσιαστικά πρόκειται για έναν πρόσθετο μισθό.

 

Εσωτερική εικόνα άρθρου

 

Eurostat: Πάνω από 10 άλλες χώρες της ΕΕ οι αποδοχές των Ελλήνων – Άλμα άνω του 30% σε σχέση με το 2019

Και σε αυτή την περίπτωση η χώρα μας κατατάχθηκε 17η ανάμεσα στους «27», ενώ τελευταίες ήταν η Ρουμανία (29.192 ευρώ) και η Βουλγαρία (29.667 ευρώ), δηλαδή περίπου 15.000 ευρώ κάτω από το επίπεδο της Ελλάδας. Αύξηση 33,2% καταγράφηκε, από την άλλη, στα ετήσια εισοδήματα ζευγαριών με δύο παιδιά, όπου εργάζεται μόνο ένας από τους γονείς και αμείβεται με τον μέσο μισθό. Το 2019, ένα νοικοκυριό αυτής της κατηγορίας κέρδισε καθαρά 17.515 ευρώ, ενώ το 2025 είχε αποδοχές της τάξης των 23.413 ευρώ, ήτοι 5.900 ευρώ περισσότερα.

Ο «κύκλος» κλείνει με τα νοικοκυριά που έχουν δύο εργαζόμενα μέλη, με τον μέσο μισθό, αλλά δίχως παιδιά. Η συγκεκριμένη ομάδα είδε τους ετήσιους καθαρούς μισθούς της να αυξάνονται κατά 10.181 ευρώ σε βάθος εξαετίας, με άλλα λόγια κατά 31%, με αποτέλεσμα να φτάσουν τα 42.996 ευρώ το 2025, έναντι 32.814 ευρώ το 2019. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατικής αρχής αφορούν μόνο εισοδήματα από μισθοδοσία, άρα δεν συνυπολογίζονται έσοδα από άλλες πηγές.

Απόκλιση σε σχέση με την ΕΕ την περίοδο 2015-19

Η ανάκαμψη των εισοδημάτων τα τελευταία χρόνια είναι ακόμα σημαντικότερη αν συνεκτιμηθεί ότι την τετραετία που προηγήθηκε, δηλαδή ανάμεσα στο 2015 και το 2019, όλες αυτές τις κατηγορίες νοικοκυριών είδαν τις καθαρές αποδοχές τους να υποχωρούν. Η πτώση αυτή ήλθε τη στιγμή που οι μισθοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνονταν με υψηλούς ρυθμούς σε όλες τις συνθέσεις νοικοκυριών, κάτι που σημαίνει ευθέως ότι η χώρα μας βρισκόταν σε τροχιά απόκλισης.

Πιο αναλυτικά, την τετραετία ‘15-’19 εκείνη οικογένειες με δύο παιδιά και δύο εργαζόμενους γονείς (μέσος μισθός) είδαν το ετήσιο εισόδημά τους όχι απλώς να μην αυξάνεται, αλλά να μειώνεται κατά σχεδόν 873 ευρώ. Οι άγαμοι χωρίς παιδιά υπέστησαν μείωση μεγαλύτερη των 489 ευρώ μεταξύ 2015 και 2019, ενώ τα άτεκνα εργαζόμενα ζευγάρια είχαν απώλειες που άγγιξαν τα 1.073 ευρώ. Τη μικρότερη υποχώρηση είχαν οι οικογένειες με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο γονέα, όπου η μείωση εισοδήματος υπολογίζεται στα 62 ευρώ.

Σκέρτσος: Έγινε πράγματι η Ελλάδα «Βουλγαρία» στους μισθούς; Η απάντηση είναι «όχι»

 

Εσωτερική εικόνα άρθρου

 

Στα στοιχεία της Eurostat σχετικά με την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων σε σύγκριση με τη Βουλγαρία αναφέρεται σε ανάρτησή του ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος. Ο κ. Σκέρτσος σχολιάζει την κριτική της αντιπολίτευσης η οποία βασίζεται στον δείκτη του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), όπου για το 2025 Ελλάδα και Βουλγαρία βρίσκονται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, σημειώνοντας ότι ο συγκεκριμένος δείκτης αποτυπώνει το παραγόμενο προϊόν ανά κάτοικο και την παραγωγικότητα της οικονομίας και όχι το πραγματικό εισόδημα ή την αγοραστική δύναμη των μισθών.

Όπως επισημαίνει, «η ίδια η Eurostat χρησιμοποιεί διαφορετικούς δείκτες για το ερώτημα που θέλουμε να απαντήσουμε. Για την υλική ευημερία των νοικοκυριών χρησιμοποιεί την “πραγματική ατομική κατανάλωση – AIC” και για την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού χρησιμοποιεί τον “κατώτατο μισθό προσαρμοσμένο σε PPS”». Αναφερόμενος στην Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC), σημειώνει: «Το 2025 η Ελλάδα στον δείκτη αυτόν βρίσκεται στο 80% του μέσου όρου της ΕΕ. Δηλαδή 12 μονάδες πάνω από το 68% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS. Και κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται έξι χώρες της ΕΕ».

 

Εσωτερική εικόνα άρθρου

 

Όσον αφορά την αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού, ο υπουργός Επικρατείας υπογραμμίζει ότι «τον Ιούλιο του 2026, σε Ελλάδα και Βουλγαρία ο κατώτατος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPS) ήταν: Ελλάδα 1.229 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), Βουλγαρία 993 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS). Δηλαδή ο ελληνικός κατώτατος μισθός έχει περίπου 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τον βουλγαρικό. Η Ελλάδα βρίσκεται στη 14η θέση μεταξύ των 22 χωρών της ΕΕ με εθνικό κατώτατο μισθό, ενώ η Βουλγαρία στην 20ή».

Παράλληλα, προσθέτει ότι «σε ονομαστικούς όρους, ο κατώτατος μισθός αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1.073 ευρώ τον μήνα στην Ελλάδα, σε δωδεκάμηνη βάση, έναντι περίπου 620 ευρώ στη Βουλγαρία. Η διαφορά είναι 453 ευρώ τον μήνα».

Σχετικά με την προσαρμογή στο κόστος ζωής, ο κ. Σκέρτσος τονίζει: «Αλλά και μετά από αυτή την προσαρμογή σε PPS, πάλι δεν έχουμε την ίδια αγοραστική δύναμη στους μισθούς Ελλάδας και Βουλγαρίας. Αντίθετα, μετά την προσαρμογή για τις διαφορετικές τιμές, ο ελληνικός κατώτατος μισθός διατηρεί 24% μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη από τη Βουλγαρία και στο ενδιάμεσο υπάρχουν χώρες όπως οι Κύπρος, Μάλτα, Σλοβακία, Ουγγαρία, Τσεχία».

Χαρακτηρίζει, παράλληλα, στατιστική υπεραπλούστευση τη συγκεκριμένη σύγκριση, αναφέροντας: «Το “Ελλάδα = Βουλγαρία” επειδή δύο χώρες έχουν το ίδιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS είναι μια στατιστική υπεραπλούστευση που γίνεται είτε εκ του πονηρού είτε από άγνοια, αλλά σίγουρα δεν αντέχει σε σοβαρή ανάλυση όταν εξετάσουμε το ερώτημα που πραγματικά μας ενδιαφέρει».

Καταλήγοντας, ο υπουργός Επικρατείας σημειώνει ότι «το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι ο μισθός. Ο μισθός δεν είναι η κατανάλωση. Και κανένας μεμονωμένος δείκτης δεν μπορεί μόνος του να περιγράψει το βιοτικό επίπεδο μιας κοινωνίας», προσθέτοντας: «Οι αριθμοί είναι χρήσιμοι μόνο όταν τους χρησιμοποιούμε για να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα – όχι για να την παρερμηνεύσουμε ή για να χωρέσουμε την πραγματικότητα σε ένα πολιτικό σύνθημα ή ένα συγκεκριμένο πολιτικό αφήγημα».

Πηγή