Οφιλελευθερισμός γεννήθηκε ως αμφισβήτηση των προνομίων. Οι πρώτοι υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς στράφηκαν εναντίον των συντεχνιών, των βασιλικών μονοπωλίων και κάθε εμποδίου που περιόριζε την είσοδο νέων παικτών στην οικονομική δραστηριότητα. Η ελευθερία της αγοράς δεν σήμαινε προστασία των ισχυρών, αλλά τη δυνατότητα του καθενός να επιχειρήσει, να ανταγωνιστεί και να βελτιώσει τη θέση του μέσω της εργασίας και των ικανοτήτων του.
Ο Άνταμ Σμιθ είχε ήδη διαπιστώσει ότι οι επιχειρήσεις, όταν αποκτούν δύναμη, συχνά επιδιώκουν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό. Στον «Πλούτο των Εθνών» παρατηρούσε ότι οι άνθρωποι του ίδιου επαγγέλματος σπάνια συναντιούνται χωρίς η συζήτηση να καταλήξει σε κάποια μορφή συνεννόησης εις βάρος του κοινού συμφέροντος. Ο στόχος του δεν ήταν να προστατεύσει τους επιχειρηματίες από τον ανταγωνισμό, αλλά να προστατεύσει τον ανταγωνισμό από τους επιχειρηματίες.
Δύο αιώνες αργότερα, οι οικονομολόγοι Ραγκουράμ Ρατζάν και Λουίτζι Τζινγκάλες επανέφεραν αυτή τη διάκριση στο κέντρο της φιλελεύθερης σκέψης. Υποστήριξαν ότι η μεγαλύτερη απειλή για τον καπιταλισμό δεν προέρχεται από τους εχθρούς του αλλά συχνά από τους ίδιους τους καπιταλιστές, όταν αξιοποιούν την οικονομική και πολιτική τους ισχύ για να αποκλείσουν νέους ανταγωνιστές και να διατηρήσουν προνομιακές θέσεις.
Από αυτή την οπτική, άλλο πράγμα είναι η πολιτική που ευνοεί τις επιχειρήσεις και άλλο η πολιτική που προστατεύει την αγορά. Η πρώτη ενισχύει συνήθως όσους διαθέτουν ήδη πόρους, κεφάλαια και πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Η δεύτερη δημιουργεί συνθήκες ώστε νέοι επιχειρηματίες να μπορούν να αμφισβητήσουν τις κατεστημένες θέσεις και να διεκδικήσουν μερίδιο στην οικονομική δραστηριότητα.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ελληνική περίπτωση. Για δεκαετίες, η περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η γραφειοκρατία και η συγκέντρωση κεφαλαίων λειτούργησαν ως εμπόδια για νέες επιχειρήσεις. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε μια ιστορική ευκαιρία αντιμετώπισης αυτών των αδυναμιών. Μέσω του προγράμματος «Ελλάδα 2.0» διοχετεύθηκαν στην οικονομία περίπου 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, ενώ χιλιάδες επιχειρήσεις απέκτησαν πρόσβαση σε κεφάλαια με ευνοϊκούς όρους.
Οι επενδύσεις που υλοποιήθηκαν συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό παραγωγικών μονάδων, στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα επενδύθηκαν αλλά και ποιοι μπόρεσαν να τα αξιοποιήσουν. Δημιουργήθηκαν νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες ή απλώς ενισχύθηκαν όσοι διέθεταν ήδη τα απαραίτητα μέσα;
Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στον σχεδιασμό του προγράμματος. Για να χρηματοδοτηθεί ένα επενδυτικό σχέδιο απαιτούνταν ίδια συμμετοχή, τραπεζικός δανεισμός και θετική αξιολόγηση από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και ελεγκτικούς μηχανισμούς. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι λογικές. Τα δημόσια χρήματα πρέπει να προστατεύονται, οι επενδύσεις να είναι βιώσιμες και οι τράπεζες να διαχειρίζονται υπεύθυνα τον κίνδυνο.
Το πρόβλημα είναι ότι τα ίδια κριτήρια ευνοούν όσους διαθέτουν ήδη επαρκή κεφάλαια, περιουσιακά στοιχεία και τραπεζικό ιστορικό. Μια νέα επιχείρηση μπορεί να έχει καινοτόμο προϊόν, ικανή διοίκηση και μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης, σπάνια όμως διαθέτει τις εγγυήσεις και τα οικονομικά μεγέθη που απαιτούνται για την εξασφάλιση χρηματοδότησης. Έτσι, μια πολιτική που σχεδιάστηκε για να ενισχύσει την ανάπτυξη κινδυνεύει να λειτουργεί ευκολότερα υπέρ των ήδη εγκατεστημένων.
Το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των πόρων κατευθύνθηκε σε κλάδους όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και η βιομηχανία δεν είναι από μόνο του προβληματικό. Πρόκειται για τομείς υψηλής έντασης κεφαλαίου, όπου οι μεγάλες επενδύσεις μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να μειώσουν το κόστος και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Η οικονομία χρειάζεται ισχυρές επιχειρήσεις και μεγάλα επενδυτικά σχέδια.
Η δυσκολία αρχίζει όταν οι ευκαιρίες ανάπτυξης είναι προσβάσιμες κυρίως σε όσους κατέχουν ήδη ισχυρή θέση. Σε αυτή την περίπτωση, η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, το ΑΕΠ να αυξάνεται και οι υποδομές να εκσυγχρονίζονται, αλλά ο κύκλος των ανθρώπων που συμμετέχουν στην επιχειρηματική δραστηριότητα να παραμένει σχεδόν αμετάβλητος. Η φιλελεύθερη ιδέα της κοινωνικής και οικονομικής κινητικότητας υποχωρεί και στη θέση της εμφανίζεται μια πιο κλειστή οικονομική δομή.
Γι’ αυτό ο φιλελευθερισμός δεν εξαντλείται στη χρηματοδότηση επενδύσεων. Απαιτεί πολιτικές που διευρύνουν την πρόσβαση στην επιχειρηματικότητα. Εγγυοδοτικά προγράμματα, κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, εργαλεία για νεοφυείς επιχειρήσεις και απλούστερες διοικητικές διαδικασίες μπορούν να μειώσουν τα εμπόδια εισόδου χωρίς να καταργούν την αξιολόγηση του κινδύνου.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι να μη μετατρέπεται η οικονομική ισχύς σε θεσμικό προνόμιο. Οι επιχειρήσεις δικαιούνται να αναπτύσσονται, να συγχωνεύονται και να αποκτούν ηγετική θέση στην αγορά μέσα από την αποτελεσματικότητα και την καινοτομία τους. Δεν δικαιούνται, όμως, να χρησιμοποιούν αυτή τη θέση για να αποκλείουν νέους ανταγωνιστές ή να εξασφαλίζουν ειδική μεταχείριση από το κράτος.
Η επιτυχία σε μια φιλελεύθερη οικονομία πρέπει να απορρέει από την παραγωγικότητα, την επιχειρηματική ικανότητα και την καινοτομία. Όταν εξαρτάται από προνομιακή πρόσβαση σε πόρους, χρηματοδότηση ή πολιτική επιρροή, παύει να αποτελεί ανταμοιβή της αξίας και μετατρέπεται σε πρόσοδο.
Τελικά, μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από τον πλούτο που παράγει αλλά και από το πόσοι έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στη δημιουργία του. Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρές επιχειρήσεις και μεγάλες επενδύσεις. Χρειάζεται όμως εξίσου νέους επιχειρηματίες που να μπορούν να ξεκινήσουν χωρίς σημαντική περιουσία, χωρίς ισχυρές διασυνδέσεις και χωρίς προνομιακή πρόσβαση στο κεφάλαιο. Η ελεύθερη αγορά δεν εγγυάται σε κανέναν την επιτυχία. Οφείλει, όμως, να εγγυάται ότι κανείς δεν αποκλείεται από τη δυνατότητα να τη διεκδικήσει.

























