Κυριακή 11.10.2026

Γαλλία: Η τέλεια καταιγίδα στη δύση της εποχής Μακρόν

«Ναρκοπέδιο» η Γαλλία, σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές που θα σημάνουν το τέλος της εποχής Μακρόν. Η κοινωνική οργή δεν εξαντλείται στα σχολεία, η δημοσιονομική ασφυξία κρατά εγκλωβισμένη την κυβέρνηση Λεκορνί και η χώρα οδεύει προς τις κάλπες με την Άκρα Δεξιά σταθερά πρώτη στις δημοσκοπήσεις, τη ριζοσπαστική Αριστερά του Μελανσόν να «επενδύει» στις διαδηλώσεις τροφοδοτώντας την Μαρίν Λεπέν, και το Κέντρο βαθιά διαιρεμένο.

Από τους μαθητές που έχουν αποκλείσει εκατοντάδες σχολεία έως τους εκπαιδευτικούς, τους εργαζομένους και τα συνδικάτα που κατεβαίνουν στους δρόμους, από τη συσσωρευμένη οργή για την ακρίβεια έως τη διάχυτη αγωνία για το μέλλον, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κύμα κοινωνικής αναταραχής που υπερβαίνει κατά πολύ την αρχική αφορμή των κινητοποιήσεων για τη δημόσια εκπαίδευση. Οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων, που έχουν εκτιναχθεί ως συνέπεια του πολέμου στο Ιράν, εντείνουν την πίεση στους Γάλλους, ενώ η κυβέρνηση καλείται να επιβάλει ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας τη στιγμή ακριβώς που η κοινωνία, με τη βαθιά ριζωμένη παράδοση στην κινητοποίηση, διεκδικεί περισσότερες δημόσιες δαπάνες.

Σε ένα σκηνικό όπου η κοινωνική ένταση συναντά την πολιτική αβεβαιότητα και η οικονομία βρίσκεται ταυτόχρονα υπό την πίεση των αγορών, και ενώ η καταγγελλόμενη υπέρμετρη βία των δυνάμεων ασφαλείας έχει πυροδοτήσει περαιτέρω το κλίμα, ο Γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, άλλαξε τόνο απέναντι στους μαθητές, όχι όμως και πολιτική. Σε διάγγελμα προς τους Γάλλους αναγνώρισε την οργή και την ανησυχία των νέων, τονίζοντας ότι δεν προέρχονται από το πουθενά, αλλά απέφυγε να δεσμευτεί για την ικανοποίηση των βασικών αιτημάτων τους.

Ο ίδιος ο Εμανουέλ Μακρόν, ανήσυχος για την έκταση των μαθητικών κινητοποιήσεων, είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον πρωθυπουργό να τοποθετηθεί δημόσια και να επιδείξει μεγαλύτερη κατανόηση, γράφει ο Monde. Ο Λεκορνί ανακοίνωσε τη δημιουργία φόρουμ διαλόγου σε κάθε λύκειο και υποσχέθηκε συγκεκριμένες απαντήσεις έως τα τέλη Οκτωβρίου, επικαλούμενος όμως τα στενά δημοσιονομικά περιθώρια. Ο γαλλικός Τύπος παραλληλίζει την πρωτοβουλία με τον εθνικό διάλογο που είχε εγκαινιάσει η κυβέρνηση Μακρόν το 2019, επιχειρώντας να εκτονώσει την κρίση των «Κίτρινων Γιλέκων».

Ο Μάσιμο Νάβα, αρθρογράφος της ιταλικής Corriere della Sera, συμπυκνώνει τις διαστάσεις της γαλλικής κρίσης σε ένα σχόλιο που υπερβαίνει τα στενά εθνικά όρια:

«Η γαλλική κρίση, με το χάος που τη συνοδεύει, είναι πολιτική, καθώς ξεσπά μεσούσης της προεκλογικής εκστρατείας για το Ελιζέ και η Άκρα Δεξιά και η Άκρα Αριστερά ελπίζουν να αποκομίσουν οφέλη. Είναι συστημική, καθώς αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση ενός κράτους που ασφυκτιά υπό το βάρος του χρέους και δεν είναι πλέον σε θέση να εγγυηθεί την εκτεταμένη κοινωνική προστασία στην οποία έχουν συνηθίσει οι Γάλλοι. Και είναι συστημική επίσης επειδή το πολιτικό- θεσμικό μοντέλο δεν εγγυάται πλέον κυβερνησιμότητα και σταθερότητα. Αλλά είναι, εν τέλει, και ενδεικτική μιας γενικότερης κρίσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, στις οποίες ενισχύονται ταυτόχρονα η κοινωνική διαμαρτυρία, ο εξτρεμιστικός λαϊκισμός και η αδυναμία, η ευαλωτότητα και η αστάθεια των κυβερνήσεων – συμπιεσμένων ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, σε πολεμικές και ενεργειακές κρίσεις που δεν ελέγχουν, και με αποστάσεις πλέον αβυσσαλέες ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και τις ηγετικές τάξεις που ‘υπνοβατούν’».

Η οικονομική πραγματικότητα, πάντως, αφήνει ελάχιστα περιθώρια για εκτόνωση μέσω νέων κρατικών δαπανών. Οι Financial Times, σε εκτενή ανάλυση υπό τον τίτλο «Η Γαλλία ανάμεσα στις αγορές ομολόγων και τα οδοφράγματα», περιγράφουν μια χώρα που πιέζεται ταυτόχρονα από τους διαδηλωτές και από τις αγορές, που απαιτούν δημοσιονομική εξυγίανση. Το γαλλικό δημόσιο χρέος έχει φθάσει τα 3,5 τρισ. ευρώ, σχεδόν στο 120% του ΑΕΠ, ενώ το κόστος δανεισμού του γαλλικού Δημοσίου μέσω δεκαετών ομολόγων κινείται κοντά στο 5%, στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, με πολλούς να ανησυχούν για τον κίνδυνο μιας κρίσης χρέους που θα μπορούσε να πλήξει ευρύτερα την Ευρωζώνη.

«Η Γαλλία είναι πιθανότατα πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει, αλλά δεν είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην μπορούν να την τιμωρήσουν οι αγορές», δηλώνει ο Γάλλος πρώην υπουργός Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί, περιγράφοντας μια βαθιά και διαρθρωτική κρίση που εξελίσσεται εδώ και χρόνια. Στο επίκεντρο βρίσκεται τώρα ο Προϋπολογισμός του 2027, με την κυβέρνηση Λεκορνί να προτείνει μέτρα εξοικονόμησης 43 δισ. ευρώ, μέσω περικοπών δαπανών και φορολογικών παρεμβάσεων, προκειμένου να περιορίσει το έλλειμμα που φέτος εκτιμάται ότι θα φθάσει το 5,4% του ΑΕΠ. Το σχέδιο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στις αυξήσεις των συντάξεων και μερικό πάγωμα αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων, και η ψήφισή του προδιαγράφεται ως νέα δοκιμασία για την κυβέρνηση μειοψηφίας.

Το δημοσιονομικό αδιέξοδο επιτείνεται από την πολιτική παράλυση που ακολούθησε τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2024, τις οποίες προκήρυξε αιφνιδιαστικά ο Εμανουέλ Μακρόν επιχειρώντας να ανακόψει την άνοδο της Ακροδεξιάς. Η Γαλλία κατέληξε  μία κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση χωρίς σταθερή πλειοψηφία, με διαδοχικές κυβερνητικές κρίσεις και έναν πρόεδρο που δεν αφήνει μία «καθαρή» διάδοχη κατάσταση στη Γαλλία, παρά πλήρη αβεβαιότητα και την Άκρα Δεξιά στο κατώφλι του Μεγάρου των Ηλυσίων.

Η Μαρίν Λεπέν διατηρεί καθαρό προβάδισμα στην προεδρική κούρσα, με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις να της δίνουν ποσοστά της τάξης του 32% έως 34% στον πρώτο γύρο. Το ιδιαίτερα ανησυχητικό για τις δυνάμεις του Κέντρου και της μετριοπαθούς Αριστεράς είναι ότι ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν εμφανίζεται πλέον σε απόσταση αναπνοής από τον ισχυρότερο κεντροδεξιό διεκδικητή της προεδρίας, τον πρώην πρωθυπουργό Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος έρχεται δεύτερος. Οι τελευταίες μετρήσεις τοποθετούν τον Μελανσόν γύρω στο 15%-17%, με το ενδεχόμενο να προκριθεί στον δεύτερο γύρο πιο ορατό από ποτέ στις τρεις προηγούμενες προεδρικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχε.

Η πιθανότητα μιας τελικής μονομαχίας Λεπέν-Μελανσόν -το χειρότερο δυνατό σενάριο για τον δεύτερο γύρο- θέτει το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούσε να λειτουργήσει το παραδοσιακό «δημοκρατικό μέτωπο» που απέτρεψε στο παρελθόν την επικράτηση της Ακροδεξιάς. Οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ότι σε ένα τέτοιο σενάριο η Λεπέν θα κατέληγε με τη νίκη.

Η επικεφαλής της Εθνικής Συσπείρωσης επιχειρεί, εν τω μεταξύ, να κεφαλαιοποιήσει την παρούσα κρίση, παρουσιάζοντας την παράταξή της ως εναλλακτική εξουσίας με σχέδιο για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Προανήγγειλε προ ημερών εξοικονόμηση 140 δισ. ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας, επιδιώκοντας να καθησυχάσει τις αγορές, την ώρα που εξακολουθεί να υπόσχεται μειώσεις φόρων και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τις συντάξεις, με οικονομολόγους να αμφισβητούν τη συμβατότητα των δεσμεύσεών της. Στο μέτωπο των κινητοποιήσεων, η Λεπέν καταγγέλλει την κυβέρνηση για την κατάσταση των σχολείων, αλλά επικρίνει και την απόφαση του υπουργού Εσωτερικών, Λοράν Νουνιές, να αναστείλει προσωρινά τη χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης στις μαθητικές διαδηλώσεις, μετά τον ακρωτηριασμό του χεριού 15χρονου στη Λανς.

Ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, από την πλευρά του, επιδιώκει να μετατρέψει τη μαθητική εξέγερση σε πολιτικό πλεονέκτημα. H κυβέρνηση τον κατηγορεί ότι ενθαρρύνει τις κινητοποιήσεις και υποδαυλίζει την ένταση προς ίδιο πολιτικό όφελος. Ο Σεμπαστιάν Λεκορνί υποστήριξε ευθέως στην Εθνοσυνέλευση ότι η βία αποτελεί μέρος του πολιτικού σχεδίου της Ανυπότακτης Γαλλίας για την πρόκληση χάους εν όψει των εκλογών. Ο Μελανσόν απορρίπτει τις κατηγορίες, καταγγέλλει την αστυνομική καταστολή και καλεί τους μαθητές να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις χρησιμοποιώντας αποκλειστικά μη βίαιες μεθόδους.

«Φαίνεται να προσπαθεί να διαδραματίσει δύο ρόλους ταυτόχρονα: να ενισχύει πολιτικά την εξέγερση και συγχρόνως να εμφανίζεται ως ανιδιοτελής υπερασπιστής ενός κινήματος που θεωρητικά γεννήθηκε αυθόρμητα», λέει για τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν στους New York Times ο Φιλίπ Μαρλιέρ, καθηγητής Γαλλικής και Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο University College London. Ο ίδιος ο Μελανσόν έχει χαρακτηρίσει τις μαθητικές κινητοποιήσεις ως τις δυναμικότερες που έχει γνωρίσει η Γαλλία από τον Μάη του 1968. «Δεν είναι μόνο η οργή των μαθητών, είναι η οργή ενός λαού», έχει δηλώσει, ενώ, σύμφωνα με το Politico, αντιμετωπίζει την κυβερνητική επίθεση εναντίον του ως ευκαιρία για την περαιτέρω ενίσχυση της επιρροής του στους νέους. Σε δημοσκόπηση της Cluster17, το 47% των ερωτηθέντων κάτω των 35 ετών δηλώνει πρόθεση να τον ψηφίσει.

Η ίδια δημοσκόπηση αναδεικνύει, ωστόσο, και το μεγάλο πολιτικό του μειονέκτημα. Το 73% των ψηφοφόρων δηλώνει ότι έχει ελάχιστες έως μηδενικές πιθανότητες να τον ψηφίσει ποτέ, έναντι 62% για τη Λεπέν. Παράλληλα, έτερη δημοσκόπηση καταγράφει ότι, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων θεωρεί δικαιολογημένες τις μαθητικές κινητοποιήσεις, διαφωνεί με τη στρατηγική της Ανυπότακτης Γαλλίας. Η προσπάθεια του Μελανσόν να συσπειρώσει την εκλογική του βάση και να εξασφαλίσει την πρόκριση στον δεύτερο γύρο δεν συνεπάγεται, επομένως, αντίστοιχη δυνατότητα διεύρυνσης της απήχησής του.

Με τη Λεπέν να διατηρεί το προβάδισμα και τον Μελανσόν να διεκδικεί τη δεύτερη θέση, οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις παραμένουν διαιρεμένες. Στο Κέντρο και στην Κεντροδεξιά, ο Εντουάρ Φιλίπ, ο Γκαμπριέλ Ατάλ και ο Μπρουνό Ρεταγιό ακολουθούν ανταγωνιστικές πορείες, ενώ στη μετριοπαθή Αριστερά ο Ραφαέλ Γκλυκσμάν και οι Σοσιαλιστές αναζητούν τη δική τους εκλογική διέξοδο, αποκλείοντας τη σύμπλευση με τον Μελανσόν. Η προεδρική αναμέτρηση της 18ης Απριλίου πλησιάζει, αλλά η αμέσως επόμενη πολιτική αναμέτρηση θα δοθεί στην Εθνοσυνέλευση, με τη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό. Ο Λεκορνί ζητεί συμβιβασμούς προκειμένου να αποφευχθεί μια νέα κυβερνητική κρίση. Τα δύο άκρα, όμως, έχουν ήδη στραμμένο το βλέμμα στις προεδρικές κάλπες και η κοινωνική αναταραχή δεν δείχνει να υποχωρεί.

Πηγή

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ