Πέμπτη 16.04.2026

Ο Αρειος Πάγος “κατέρριψε” το πλαφόν των 2.000 ευρώ στις αποζημιώσεις όσων βγαίνουν στη σύνταξη

Του Παναγιώτη Στάθη

Φρένο στο γνωστό μνημονιακό πλαφόν των 2.000 ευρώ μηνιαίως στον υπολογισμό της αποζημίωσης μετά την αποχώρηση υπαλλήλου, βάζει με μια κομβικής σημασίας απόφαση  το Β1′ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση 21/2026, αντιλέγει στην πρακτική επιχειρήσεων να περικόπτουν τις αποζημιώσεις των υψηλόμισθων στελεχών που συνταξιοδοτούνται. Το ανώτατο δικαστήριο δικαίωσε εργοδηγό μεγάλης βιομηχανίας, κρίνοντας συγκεκριμένο πλαφόν των 2.000 ευρώ στον υπολογισμό της αποζημίωσης δεν έχει καμία εφαρμογή στην περίπτωση της συνταξιοδότησης, ενώ παράλληλα επικύρωσε τη δεσμευτική δύναμη της επιχειρησιακής συνήθειας έναντι του νόμου.

38 χρόνια δουλειάς

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2019 και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2026, αποτυπώνοντας τη δικαστική διαμάχη ανάμεσα στον εργαζόμενο και την εργοδοσία. Ο εργαζόμενος ξεκίνησε την πορεία του στη βιομηχανία το 1981 και μετά από τριάντα οκτώ χρόνια συνεχούς προσφοράς, τον Απρίλιο του 2019, η εταιρεία προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασής του λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης.

Η επιχείρηση του κατέβαλε τότε το ποσό των 79.619,40 ευρώ, χρησιμοποιώντας για τον υπολογισμό το μειωμένο ποσοστό αποζημίωσης που προβλέπει ο νόμος για τη συνταξιοδότηση και εφαρμόζοντας το όριο των 2.000 ευρώ στις αποδοχές του για τα χρόνια μετά τη 17ετία. Ο εργαζόμενος, με πραγματικό μισθό που ξεπερνούσε τα 4.000 ευρώ, προσέφυγε στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία είχε την πάγια συνήθεια να πληρώνει το 100% της αποζημίωσης σε όλους και ότι ο νόμος απαγορεύει το πλαφόν των 2.000 ευρώ στους συνταξιούχους.

Μετά από διαδοχικές αποφάσεις σε Κόρινθο και Ναύπλιο, ο Άρειος Πάγος απέρριψε τελικά την αναίρεση της εταιρείας, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει επιπλέον 34.046,04 ευρώ στον πρώην υπάλληλό της.

Το σκεπτικό

Το “κλειδί” της απόφασης βρίσκεται στην αυστηρή ερμηνεία του Νόμου 4093/2012, ο οποίος ενώ επέβαλε ταβάνι στις κοινές απολύσεις για να μειώσει το εργοδοτικό κόστος, προέβλεψε ρητή εξαίρεση για όσους αποχωρούν προκειμένου να λάβουν σύνταξη. Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου αναφέρει ότι για τους συγκεκριμένους εργαζομένους λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, χωρίς να ισχύει ως προς αυτούς το ανώτατο όριο των 2.000 ευρώ, καθώς στη διάταξη του εν λόγω νόμου διατυπώνεται από τον νομοθέτη εξαίρεση ως προς τους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης.

Με αυτόν τον τρόπο, το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η προστασία των συνταξιούχων παραμένει ισχυρή και ο υπολογισμός πρέπει να γίνεται επί του πραγματικού μισθού, όσο υψηλός και αν είναι αυτός, αποτρέποντας την έμμεση μείωση της αποζημίωσης μέσω τεχνητών ορίων.

Η υποχρεωτική… συνήθεια

Η απόφαση 21/2026 επαναφέρει επίσης μια κρίσιμη νομική αρχή που ορίζει ότι αν ένας εργοδότης παρέχει μια παροχή ομοιόμορφα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να την ανακαλέσει μονομερώς επικαλούμενος τον χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής.

Η βιομηχανία ισχυρίστηκε ότι η καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ήταν μια οικειοθελής πράξη χωρίς νομική δέσμευση, όμως οι δικαστές υπογράμμισαν ότι η επιχειρησιακή συνήθεια μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας και η αποδοχή αυτών των παροχών από τους εργαζόμενους αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της ανακλητής παροχής.

Εφόσον λοιπόν η εταιρεία πλήρωνε το 100% της αποζημίωσης σε όλο το προσωπικό που συνταξιοδοτούνταν από το 2004 και μετά, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι αυτό αποτελούσε πλέον υποχρεωτικό όρο της σύμβασης, ο οποίος υπερισχύει ακόμη και των γενικών διατάξεων του νόμου που προβλέπουν μειωμένα ποσά.

Η απόφαση καταλήγει στην οριστική δικαίωση του εργαζομένου, ο οποίος λαμβάνει το πλήρες ποσό που αντιστοιχεί στα τριάντα οκτώ χρόνια της προσφοράς του, ενώ η εταιρεία επιβαρύνεται και με τα δικαστικά έξοδα ύψους 1.800 ευρώ.

 

πηγή: capital

Array

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ