Ηπαράλυση στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους πλέον νευραλγικούς θαλάσσιους διαδρόμους για τη διακίνηση ενέργειας και πρώτων υλών διεθνώς, αναδεικνύεται σε βασική πηγή ανησυχίας για τις παγκόσμιες αγορές. Δεδομένου ότι σχεδόν το 20% του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας διέρχεται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εντείνει τους φόβους για νέα ενεργειακή αναταραχή, επαναφέροντας παράλληλα στο προσκήνιο τα σενάρια στασιμοπληθωρισμού στις μεγάλες οικονομίες.
Σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας, όπου οι εξελίξεις μεταβάλλονται καθημερινά και τα ενδεχόμενα αποκλιμάκωσης ή περαιτέρω έντασης παραμένουν ανοιχτά, οι αγορές στρέφουν την προσοχή τους σε έναν κρίσιμο δείκτη: τον αριθμό των πλοίων που συνεχίζουν να διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Για αναλυτές και επενδυτές, η συγκεκριμένη ροή αποτελεί βασικό «βαρόμετρο» του γεωπολιτικού κινδύνου και της πιθανής επίδρασης που μπορεί να έχει στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα.
Σε στάση αναμονής οι Κεντρικές τράπεζες
Οι κεντρικές τράπεζες της Ιαπωνία, της Ηνωμένο Βασίλειο και του Καναδάς αναμένεται να κινηθούν με αυξημένη επιφυλακτικότητα στις επόμενες συνεδριάσεις τους, υιοθετώντας στάση αναμονής έως ότου διαμορφωθεί σαφέστερη εικόνα για την εξέλιξη της κρίσης και τις επιπτώσεις της στην παγκόσμια οικονομία.
Την ίδια ώρα, η διεθνής αγορά πετρελαίου έχει ήδη δεχθεί ισχυρές πιέσεις. Η παγκόσμια προσφορά εκτιμάται ότι έχει μειωθεί κατά περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου, ενώ και η ζήτηση εμφανίζει σημαντική κάμψη, υπό το βάρος της αβεβαιότητας και της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς εμπορευμάτων, η παγκόσμια κατανάλωση πετρελαίου έχει περιοριστεί κατά περίπου 4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις διεθνών ενεργειακών οργανισμών.
Πίεση στις επιχειρήσεις
Οι επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης αρχίζουν να αποτυπώνονται σε ευρύ φάσμα των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων. Η αύξηση του ενεργειακού και μεταφορικού κόστους ασκεί οριζόντιες πιέσεις στους περισσότερους παραγωγικούς κλάδους, την ώρα που εντείνονται τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και ενισχύονται οι ανησυχίες για τη ρευστότητα και την ομαλή συνέχιση της παραγωγής.
Παρά τις δυσκολίες, τραπεζικοί παράγοντες υπογραμμίζουν ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη συγκεκριμένη περίοδο αβεβαιότητας από σαφώς πιο ισχυρή βάση σε σχέση με το παρελθόν. Όπως σημειώνουν, η χώρα καταγράφει πρωτογενή πλεονάσματα, διαθέτει επαρκή ταμειακά αποθέματα και εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της με σχετικά χαμηλό κόστος δανεισμού.
Ωστόσο, καθοριστικής σημασίας για την πορεία της οικονομίας αναμένεται να είναι η εξέλιξη του τουρισμού. Ενδεχόμενη κάμψη των τουριστικών εσόδων, σε συνδυασμό με την επιβάρυνση από το αυξημένο ενεργειακό κόστος και τις δυσμενέστερες συνθήκες χρηματοδότησης, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η ευρωπαϊκή και ελληνική έκθεση
Η παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση εντείνει τις πιέσεις στην Ευρώπη, καθώς οδηγεί σε άνοδο του ενεργειακού κόστους, διαταράσσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες και επιβαρύνει το κλίμα εμπιστοσύνης σε καταναλωτές και επιχειρήσεις. Ακόμη και στην περίπτωση άμεσης επαναλειτουργίας των Στενά του Ορμούζ, μέρος των επιπτώσεων θεωρείται ήδη μη αναστρέψιμο, καθώς η διαθεσιμότητα φορτίων παραμένει περιορισμένη, τα διυλιστήρια έχουν μειώσει την παραγωγή και η ζήτηση διατηρείται σε υψηλά επίπεδα.
Για την Ελλάδα, οι κίνδυνοι εμφανίζονται ακόμη πιο άμεσοι. Η οικονομία της χώρας παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας, δεδομένου ότι αυτές επηρεάζουν άμεσα το κόστος εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Ενδεικτικό είναι ότι περίπου το 25% των ελληνικών εισαγωγών καυσίμων —το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση— προέρχεται από χώρες του Περσικός Κόλπος, ενώ σημαντική παραμένει και η εξάρτηση από βασικά μέταλλα. Οι συνολικές εισαγωγές ενεργειακών προϊόντων από την περιοχή αγγίζουν τα 19 δισ. ευρώ ετησίως, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών εισαγωγών αγαθών.
Σε περίπτωση παρατεταμένης διαταραχής στις θαλάσσιες μεταφορές και στις ενεργειακές ροές, οι τιμές των καυσίμων αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, εντείνοντας την πίεση σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και το κόστος μεταφορών.
Παράλληλα, η χώρα επηρεάζεται και έμμεσα μέσω της ανόδου των διεθνών τιμών σε λιπάσματα και πρώτες ύλες, ενώ, ως μία από τις ισχυρότερες ναυτιλιακές δυνάμεις παγκοσμίως, αντιμετωπίζει αυξημένα ασφάλιστρα και υψηλότερους επιχειρησιακούς κινδύνους στις θαλάσσιες μεταφορές.
Φόβοι για τα αποθέματα πετρελαίου
Οι προβλέψεις μεγάλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών αποτυπώνουν ένα ιδιαίτερα ασταθές και ευάλωτο περιβάλλον. Αναλυτές της Citigroup προειδοποιούν ότι ακόμη και στο ενδεχόμενο άμεσης λήξης της σύγκρουσης και αποκατάστασης των ενεργειακών ροών έως το τέλος του μήνα, τα παγκόσμια αποθέματα αργού πετρελαίου και προϊόντων διύλισης αναμένεται να κινηθούν προς τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων οκτώ ετών μέσα στο επόμενο δίμηνο.
Σε περίπτωση παράτασης της κρίσης για περίπου δύο ακόμη μήνες, εκτιμάται ότι τα αποθέματα θα μπορούσαν να υποχωρήσουν σε χαμηλά εικοσαετίας, ενισχύοντας σημαντικά τον κίνδυνο νέας απότομης ανόδου των τιμών.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναλυτές της Nomura επισημαίνουν τη δυσκολία διαμόρφωσης ασφαλών προβλέψεων για την εξέλιξη της κατάστασης. Ωστόσο, εκτιμούν ότι, προς το παρόν, τόσο το Ιράν όσο και οι αντίπαλες πλευρές φαίνεται να επιδιώκουν την αποφυγή μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αντί μιας γενικευμένης σύρραξης.
Φόβοι στασιμοπληθωρισμό
Σημειώνεται πως οι οικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή τον συνδυασμό υψηλού πληθωρισμού και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης. Η αύξηση των τιμών στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά διαχέεται σταδιακά στο σύνολο της οικονομίας, ενισχύοντας το κόστος παραγωγής και περιορίζοντας την καταναλωτική ζήτηση.
Παρά τις συγκρίσεις με τη δεκαετία του 1970 αλλά και με την ενεργειακή κρίση του 2022, αρκετοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι σημερινές συνθήκες παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις. Αν και οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο, δεν έχουν ακόμη αγγίξει τα ακραία επίπεδα προηγούμενων κρίσεων.
Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με την περίοδο 2021–2022, τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται ήδη σε υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που εκτιμάται ότι παρέχει στις κεντρικές τράπεζες μεγαλύτερα περιθώρια αντίδρασης απέναντι σε νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν στο επίκεντρο της διεθνούς έντασης, οι αγορές αναμένεται να κινούνται υπό το βάρος της αβεβαιότητας, με τον κίνδυνο η κρίση να επεκταθεί πέρα από τον ενεργειακό τομέα και να επηρεάσει συνολικά τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.



























