Ουσιαστικά, πρόκειται για την επέκταση της ρήτρας διαφυγής για την αύξηση των αμυντικών δαπανών που ενεργοποίησε η Ελλάδα το 2025 και συμβαδίζει με τη δυνατότητα που έδωσε στα κράτη-μέλη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή -πριν από λίγο καιρό- με αφορμή την κρίση που έχει ξεσπάσει στον Περσικό Κόλπο και η οποία πυροδότησε ράλι στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Με βάση την αίτηση της Ελλάδας, οι νέες επενδύσεις αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028 και δεν θα είναι γραμμικές, αφού θα μοιραστούν σε 500-600 εκατ. ευρώ ώριμων έργων το 2027 και 400 εκατ. ευρώ έργων για το 2028.

Ρήτρα διαφυγής: Οι εξαιρέσεις

Τα έργα αυτά θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους και εξαιρούνται από το όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, έως το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και έως 0,6% σωρευτικά έως το 2028. Σημειώνεται ότι οι δαπάνες αυτές, όπως άλλωστε και η αύξηση των αμυντικών δαπανών για το 2027, αποτελούν για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή απόκτηση κεφαλαίου και άρα αυξάνουν το ΑΕΠ. Αυτό είχε πει άλλωστε -εμμέσως πλην σαφώς- και ο Ευρωπαίος επίτροπος, αρμόδιος για θέματα οικονομίας, παραγωγικότητας, εφαρμογής και απλοποίησης της κοινοτικής νομοθεσίας, κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις. Οτι οι αμυντικές δαπάνες, είτε γίνονται για την αγορά εξοπλισμού είτε για έρευνα και εξέλιξη οπλικών συστημάτων, αντιμετωπίζονται ως δημόσιες επενδυτικές δαπάνες.

Οπως είναι φυσικό και οι δαπάνες για ανθεκτικότητα από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας είναι δημόσιες δαπάνες οι οποίες γίνονται για τον σχηματισμό κεφαλαίου. Ετσι, εκτός από την ταχύτερη μετάβαση σε ένα πιο σταθερό ενεργειακό περιβάλλον οι επενδύσεις αυτές θα είναι ωφέλιμες και δημοσιονομικά, αυξάνοντας το ΑΕΠ και μειώνοντας το δημόσιο χρέος.

Παράλληλα, η ισόποση μείωση των πρωτογενών δαπανών θα δώσει ένα ακόμη περιθώριο για πρόσθετες θετικές παρεμβάσεις τα επόμενα δύο χρόνια, με τη μορφή μείωσης φόρων ή εισοδηματικών ενισχύσεων, αν βέβαια υπάρχει και ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος.

Μείωση δαπανών

Αν οι δαπάνες που θα γίνουν τον επόμενο χρόνο για έργα ενεργειακής ανθεκτικότητας φτάσουν τα 550-600 εκατ. ευρώ -όπως αναμένεται- και οι αμυντικές δαπάνες αυξηθούν -όπως είναι προγραμματισμένο- κατά 600 εκατ. ευρώ, τότε η Ελλάδα θα έχει ισόποση μείωση των πρωτογενών δαπανών για τον επόμενο χρόνο. Ταυτόχρονα, όμως, θα μπορεί να προχωρήσει σε νέες μόνιμες παρεμβάσεις συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ, χωρίς να ανησυχεί για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, αφού το ξεκαθάρισμα του λογαριασμού, ο οποίος έχει ανοίξει από πέρυσι, αναμένεται να γίνει μετά το 2028.

Η δυνατότητα αυτή παρέχεται, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της υφιστάμενης Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής για την άμυνα, ώστε να καλύπτει και μέτρα που ενισχύουν την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος και επιταχύνουν τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα.

Ανθεκτικότητα

Η υποβολή του ελληνικού αιτήματος υλοποιεί τη στρατηγική της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για την ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας της χώρας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Οι επενδύσεις για την ενεργειακή ανθεκτικότητα θα περιλαμβάνουν έργα αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, εξοικονόμησης ενέργειας, ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων, καθώς και έργα υποδομών που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας της χώρας. Η εξειδίκευση των επενδύσεων θα γίνει το επόμενο διάστημα, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία.

Ρήτρα διαφυγής: Διπλό κέρδος σε άμυνα – ενέργεια

Η Ελλάδα δείχνει να θέλει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο και τις δύο αυτές δυνατότητες για εξαίρεση δαπανών από το χρέος και το έλλειμμα, έχοντας πολλαπλά οφέλη.

Σε ό,τι αφορά τις αμυντικές δαπάνες για την Ελλάδα, η σχετική ρήτρα διαφυγής ήρθε την κατάλληλη στιγμή που η χώρα ξεδίπλωσε ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Λίγο καιρό μετά τις αποφάσεις για επανεξοπλισμό της Ε.Ε., οι ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες είναι και μέλη του ΝΑΤΟ (πλην της Ισπανίας η οποία διαφώνησε και στη Σύνοδο της Αγκυρας), συμφώνησαν να αυξήσουν τις ελάχιστες ετήσιες αμυντικές δαπάνες για τις ανάγκες της Συμμαχίας από 2% του ΑΕΠ, όπως ίσχυε μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι, στο 5% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, η δέσμευση αφορά την αύξηση των δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό και έρευνα από το 2% του ΑΕΠ στο 3,5% του ΑΕΠ και την επένδυση κάθε χρόνο σε υποδομές διττής χρήσης άλλου 1,5% του ΑΕΠ.

Οι επιπλέον αυτές δαπάνες θα γίνουν αφορμή να έχουν ακόμη μεγαλύτερη μείωση του χρέους (ή τουλάχιστον επιβράδυνση της αύξησής του), για όσους πετύχουν αυτό το νέο όριο δαπανών, κάτι που προς το παρόν δεν συμβαίνει και είναι αμφίβολο αν θα συμβεί και στο μέλλον.

Τώρα, κατά τη δεύτερη φάση της ρήτρας διαφυγής, η οποία αφορά τις ενεργειακές υποδομές, η Ελλάδα δείχνει ξανά να προηγείται στην Ε.Ε., επιδιώκοντας διπλό κέρδος: την επιτάχυνση της ενεργειακής ενίσχυσης της χώρας η οποία εξαρτάται ακόμη σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, αλλά και τη μεγαλύτερη ευελιξία σε ό,τι αφορά πακέτα θετικών παρεμβάσεων, τα οποία θα αφήσουν οριστικά στο παρελθόν τις υποχρεώσεις των προγραμμάτων διάσωσης, που ολοκληρώθηκαν πριν από μόλις τέσσερα χρόνια, το καλοκαίρι του 2022, με τη λήξη της διαδικασίας ενισχυμένης εποπτείας.