Του Τάσου Δασόπουλου
Τα επιχειρήματα του ΥΠΟΙΚ για τα ομόλογα του προγράμματος “Ηρακλής”, αλλά και ο κίνδυνος η γειτονική Ιταλία να αυξήσει αυτόματα το χρέος σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία έπεισαν τελικά την Eurostat να μην επιμείνει στην εγγραφή των εγγυήσεων ύψους 18,7 δισ. που παρείχε το δημόσιο στο χρέος του 2021, αυξάνοντας το κατά 9,7%.
Σε ένα προσχέδιο των στοιχείων της που είχε σταλεί στις ελληνικές αρχές από τα τέλη Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία έθετε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το θέμα με τις εγγυήσεις που παρείχε το ελληνικό δημόσιο στο APS Ηρακλής, το οποίο “αφαίρεσε” περίπου 45 δισ. ευρώ από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια από τα χαρτοφυλάκια των ελληνικών εμπορικών τραπεζών.
Συγκεκριμένα, η Eurostat θεωρούσε ότι -με βάση το ύψος των εγγυήσεων που έδωσε το ελληνικό δημόσιο για τα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης (senior bonds)- είναι μεγαλύτερο από αυτό που ανέλαβαν οι ιδιώτες. Συνεπώς, η ζημιά από τυχόν αδυναμία πληρωμής τους θα πρέπει να βαρύνει εκ των προτέρων το ελληνικό δημόσιο. Για το λόγο αυτό, ζητούσε να εγγραφεί το σύνολο των εγγυήσεων που έδωσε το δημόσιο, στο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης.
Κάτι τέτοιο δεν θα είχε επίπτωση στην βιωσιμότητα του χρέους, αφού η προσθήκη των εγγυήσεων πριν αυτές καταπέσουν στο σύνολο του χρέους δεν θα δημιουργούσε νέες χρηματοδοτικές ανάγκες. Ωστόσο, θα χαλούσε (έστω και λογιστικά) την εικόνα του χρέους, το οποίο από το 193,3% του ΑΕΠ θα αυξάνονταν κατά 9,7% επιστέφοντας στο 203,1%, όσο, δηλαδή, περίπου είχε φτάσει και το 2020, το έτος που είχαμε το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού.
Η αύξηση αυτή, θα διαρκούσε μέχρι να εκκαθαριστεί το σύνολο των δανείων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα Ηρακλής. Τούτο, σε μια περίοδο που η Ελλάδα κάνει σοβαρές προσπάθειες για να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα σε ένα περιβάλλον αύξησης των επιτοκίων του ευρώ και μεγάλων διακυμάνσεων στις αγορές χρήματος.
Τα ελληνικά επιχειρήματα
Στις ενστάσεις της Eurostat, η Ελλάδα απάντησε με επιχειρήματα. Η Ελλάδα, έδωσε αναλογικά υψηλές εγγυήσεις για τα ομόλογα του “Ηρακλή”, λόγω του γεγονότος ότι η χώρα δεν είχε ανακτήσει ακόμη την επενδυτική βαθμίδα. Παράλληλα όμως, έθεσε ως όρο το χαρτοφυλάκιο των 45 δισ. που μεταφέρθηκε στο APS Ηρακλής, να μην είναι απολύτως “κόκκινο”. Κάθε τράπεζα μετέφερε κόκκινα, αλλά και εξυπηρετούμενα δάνεια στο πρόγραμμα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος απωλειών κατά την εκκαθάρισή τους.
Πριν ξεκινήσει το ελληνικό πρόγραμμα, είχε την έγκριση όλων των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (της Eurostat συμπεριλαμβανομένης) στις οποίες δεν υπήρχε πουθενά αναφορά για το ενδεχόμενο, εκ των προτέρων στατιστική επιβάρυνση του χρέους από την παροχή εγγυήσεων από το ελληνικό δημόσιο.
Παράλληλα ο ΟΔΔΗΧ, ως προληπτικό μέτρο, είχε πρόβλεψη για κατάπτωση εγγυήσεων 2 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα για το 2022 από ενσωματώνοντας την και στις προβλέψεις για την πορεία του χρέους και τις χρηματοδοτικές ανάγκες.
Επίσης, η ελληνική πλευρά, υπενθύμισε και φέτος ότι το ελληνικό πρόγραμμα αποτελεί πιστό αντίγραφο των προγραμμάτων που χρησιμοποίησε από` το 2016 η Ιταλία, για τα δικά της κόκκινα δάνεια, δίνοντας εκατοντάδες εκατομμύρια εγγυήσεων. Συνεπώς αν υπήρχε επιβάρυνση εξ αυτού του λόγου στο ελληνικό χρέος, θα έπρεπε το ίδιο να συμβεί και για το Ιταλικό.
Τακτική υποχώρηση
Με δεδομένο ότι ο επικεφαλής της Eurostat είναι Ιταλικής καταγωγής, το τελευταίο, μαζί με τα υπόλοιπα βάσιμα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς, οδήγησε στην ανάκληση της αρχικής θέσης της Eurostat. Έτσι, στην δεύτερη κοινοποίηση των στοιχείων για το 2021, η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία έμεινε στα πραγματικά δεδομένα. Αναθεώρησε μεν – από κοινού με την ΕΛΣΤΑΤ – το χρέος του 2021, αλλά μόνο κατά 1,2% του ΑΕΠ. Από το 193,3% του ΑΕΠ τον Απρίλιο στο 194,5% του ΑΕΠ, με το βάσιμο επιχείρημα ότι το ελληνικό ΑΕΠ ήταν μικρότερο, από ότι είχε αρχικά υπολογιστεί.
Ωστόσο υπάρχει το ερωτηματικό αν το θέμα έκλεισε οριστικά, ή η Eurostat θα το επαναφέρει στο 2023 με ένα νέο πακέτο επιχειρημάτων.



























