Ηεκτόξευση των ναύλων στις θαλάσσιες μεταφορές καυσίμων προσθέτει άλλο ένα στρώμα αυξημένου κόστους στη διεθνή οικονομία, ενώ κάτι αντίστοιχο βρίσκεται σε εξέλιξη στις θαλάσσιες μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των τροφίμων έχουν πάρει για τα καλά την ανιούσα, με τις καιρικές συνθήκες και τους πολέμους να σπρώχνουν ακόμα πιο πάνω τον ήδη σημαντικά αυξημένο πληθωρισμό.
Ο Javier Blas είναι ένας από τους πιο γνωστούς ειδικούς των διεθνών αγορών πετρελαίου και ενέργειας. Στο προχθεσινό του άρθρο στο Bloomberg ασχολήθηκε με εξέλιξη των ναύλων στην παγκόσμια αγορά μεταφοράς αργού πετρελαίου με πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια. Σύμφωνα με τον Blas, νωρίτερα μέσα στο 2026 ο ημερήσιος ναύλος για κάποιο από τα περίπου 925 VLCC (Very Large Crude Carriers) που έκαναν την διαδρομή από τον Περσικό Κόλπο προς την υπόλοιπη Ασία δεν ξεπερνούσε εύκολα τα 100.000 δολάρια και συχνά ήταν και στο μισό αυτής. Η συγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή θεωρείται στους ναυτιλιακούς κύκλους benchmark (σημείο αναφοράς), αφού το μεγαλύτερο μέρος των πελατών των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Περσικού Κόλπου βρίσκεται στην Νότια και την Ανατολική Ασία.
Όπως επισημαίνει, αυτές τις μέρες ο ναύλος έχει υπερδεκαπλασιαστεί, καθώς έχουν καταγραφεί τιμήματα μέχρι και 1,1 εκατομμύρια δολάρια. Κατά τον αρθρογράφο οι τιμές αυτές αντικατοπτρίζουν τους μεγάλους κινδύνους που διατρέχουν τα πλοία που διασχίζουν τα Στενά του Ορμούζ και το γεγονός πως οι πλοιοκτήτες που τολμούν να αναλάβουν αυτόν τον κίνδυνο δεν είναι πάρα πολλοί. Όμως το γεγονός πως μιλάμε για μία τιμή benchmark σημαίνει πως έχουν παρασυρθεί ανοδικά οι ναύλοι και σε άλλες διαδρομές χωρίς παρόμοιους κινδύνους.
Ο Blas αναφέρει χαρακτηριστικά το δρομολόγιο από τον Κόλπο του Μεξικού προς την Ασία, όπου οι ημερήσιοι ναύλοι αυτές τις μέρες κινούνται κοντά στα 338.000 ανεβασμένα κατά 400% από την αντίστοιχη περσινή τιμή και το δρομολόγιο από την Δυτική Αφρική προς την Κίνα όπου η αύξηση είναι σχεδόν 500%, στα 486.000 δολάρια. Πέρα από μεγάλα κέρδη για τους τολμηρούς πλοιοκτήτες, αυτό έχει ως συνέπεια και μία σημαντική επιβάρυνση του κόστους του πετρελαίου. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, για την διαδρομή Περσικού Κόλπου προς την Ασία τα μεταφορικά έξοδα επιβαρύνουν πλέον τον πελάτη που θα παραλάβει το φορτίου αργού πετρελαίου με περίπου 22 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ όσο τα πράγματα εξελίσσονταν ομαλά στην περιοχή το κόστος αυτό δεν ξεπερνούσε τα 2 δολάρια. Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση των καταναλωτών, των βιομηχανιών και γενικότερα της οικονομίας. Αύξηση του κόστους παραγωγής των βιομηχανιών, των εξόδων μεταφοράς των προϊόντων και φυσικά του τελικού κόστους για τους πολίτες/καταναλωτές.
Δηλαδή το πληθωριστικό σοκ που έχει προκαλέσει η άνοδος της τιμής του αργού πετρελαίου προς τα 100 δολάρια/βαρέλι γίνεται ακόμα πιο ισχυρό εξαιτίας της τεράστιας αύξησης των ναύλων. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το πρόβλημα. Όπως επισήμανε ο Ισπανός αρθρογράφος του διεθνούς πρακτορείου, η μεγάλη επιβάρυνση του μεταφορικού κόστους κάνει πολλούς πελάτες, δηλαδή διυλιστήρια, να αναζητήσουν φορτία από περιοχές πιο κοντά σε αυτούς για να μειώσουν αυτό το κόστος. Εκτός από το γεγονός πως αυτό δεν είναι κάτι ιδιαίτερα εύκολο όταν το κάνουν πολλοί μαζί, έχει ως παράπλευρη συνέπεια μία αναστάτωση στην αγορά πετρελαίου καθώς ανατρέπονται παραδοσιακές συνεργασίες και δημιουργείται κίνδυνος εμφάνισης προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα της διεθνούς ενεργειακής αγοράς.
Πολύ σημαντική άνοδος καταγράφεται και σε μία άλλη θαλάσσιων μεταφορών, αυτή των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Σε άρθρο του Reuters από την 17η Σεπτεμβρίου είδαμε πως σε ορισμένες σημαντικές διαδρομές, όπως αυτές μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, η άνοδος είναι πολύ μεγάλη. Στην γραμμή Σανγκάης – Νέας Υόρκης, όπως ανέφερε στο διεθνές πρακτορείο ο επικεφαλής αναλυτής της εταιρείας Xeneta η οποία ειδικεύεται στην ανάλυση της κατάστασης της αγοράς ναύλων για μεταφορά εμπορικών φορτίων, οι ημερήσιοι ναύλοι έχουν τετραπλασιαστεί από τον Φεβρουάριο και βρίσκονται πλέον σε υψηλά τετραετίας, πλησιάζοντας τα ρεκόρ που είχαν σημειωθεί τον Ιανουάριο του 2022.
Τα πράγματα δεν είναι πολύ καλύτερα για τις υπόλοιπες διαδρομές των containerships, με τον παγκόσμιο δείκτη της εταιρείας αναλύσεων Drewry να βρίσκεται από τις αρχές του καλοκαιριού σε υπερδιπλάσια τιμή από αυτήν του Φεβρουαρίου. Οι αναλυτές της Xeneta και της Drewry εκτιμούν μάλιστα πως είναι πολύ πιθανόν να δούμε σύντομα ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των ναύλων. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στον τομέα των μεταφορών ξηρού φορτίου, των bulk carriers όπως συνήθως αποκαλούνται διεθνώς. Μία ματιά στο διαδίκτυο μας δείχνει πως ο πιο χαρακτηριστικός σχετικός δείκτης, ο Baltic Dry Index, βρίσκεται σε υψηλά πενταετίας, κάτι που δεν μας προκαλεί βέβαια έκπληξη, καθώς πέρα από τα Στενά του Ορμούζ, η κατάσταση δεν είναι καθόλου ομαλή ούτε στην διώρυγα του Σουέζ και την Ερυθρά Θάλασσα αλλά ούτε στην διώρυγα του Παναμά για διαφορετικούς λόγους στην κάθε περίπτωση. Καθώς με τα πλοία μεταφοράς ξηρού φορτίου γίνεται το εμπόριο των περισσότερων πρώτων υλών, μετάλλων, ορυκτών κ.α., όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους παραγωγής για όλες σχεδόν τις μεταποιητικές επιχειρήσεις στον κόσμο.
Όλα αυτά προφανώς ενισχύουν ήδη, ή σύντομα θα αρχίσουν να ενισχύουν τον πληθωρισμό ο οποίος από την έναρξη του πολέμου στην Μέση Ανατολή και μετά βρίσκεται σε σημαντική έξαρση. Και θα είναι δύσκολο να τιθασευθεί, καθώς εκτός από τα προβλήματα που προέρχονται από τις θαλάσσιες μεταφορές, πολύ σημαντικός είναι και ο ρόλος των τιμών των τροφίμων. Στις 18 Σεπτεμβρίου ένα άρθρο του Bloomberg είχε τον ακόλουθο τίτλο: «Τα σοκ από τις καιρικές συνθήκες και ο πόλεμος χτυπούν τους λογαριασμούς για αγορές τροφίμων».
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρεται είναι αυτό της Ινδίας όπου κάθε μήνα αυξάνεται το ποσοστό του πληθωρισμού στον τομέα των τροφίμων και τον Αύγουστο άγγιξε το 6%. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι εκτιμήσεις των ειδικών μιλούν για πληθωρισμό τροφίμων άνω του 6% την επόμενη χρονιά, ενώ στις ΗΠΑ πολλές μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων έχουν ήδη προετοιμάσει τους επενδυτές για αύξηση των τιμών των προϊόντων τους κατά τουλάχιστον 4% με 5%. Στο ίδιο άρθρο είδαμε μία δήλωση της Marie – Anne Allier, διαχειρίστριας κεφαλαίων στην Carmignac, η οποία πιστεύει πως η επόμενη πληθωριστική έκρηξη θα έρθει από τα τρόφιμα και οι αγορές δεν έχουν ακόμα «τιμολογήσει» αυτό το ενδεχόμενο.
Επιστρέφοντας στην θάλασσα και τις μεταφορές, πρέπει να επισημάνουμε πως η αναστάτωση που επικρατεί από πλευράς τιμών αλλά κυρίως στον τομέα των διαδρομών των εμπορικών πλοίων είναι πολύ πιθανόν να επηρεάσει αρνητικά σημαντικό αριθμό εφοδιαστικών αλυσίδων ανά τον κόσμο,. Η αναγκαστική χρήση εναλλακτικών διαδρομών έχει και ως συνέπεια την αύξηση του χρόνου μεταφοράς, καθώς και την αδυναμία λειτουργίας σημαντικών διεθνών κόμβων αποθήκευσης προϊόντων και γενικότερα logistics, ιδίως στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Μην ξεχνάμε πως αυτό είχε συμβεί σε μεγάλο βαθμό σχετικά πρόσφατα, με την πανδημία, το κλείσιμο της διώρυγας του Σουέζ με την προσάραξη του Ever Given και την ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία. Καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες και ο διεθνής τομέας των logistics τομέας ήδη ταλαιπωρούνται εδώ και ενάμιση χρόνο από τις συνέπειες των δασμών Τραμπ και τις συνεχείς αλλαγές κανονισμών, η πίεση από την αύξηση του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών θα χειροτερέψει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Και κατά πάσα πιθανότητα θα αυξήσει το κόστος λειτουργίας και των δύο τομέων, δυσκολεύοντας ακόμα περισσότερο τα πράγματα στο μέτωπο του πληθωρισμού.
Όπως έχουμε όλοι μας δει πολλές φορές στην ζωή μας, πολύ συχνά το ένα κακό φέρνει ένα άλλο και όλα μαζί γιγαντώνονται. Αν δεν γίνει κάτι σύντομα να αλλάξει την κατάσταση προς το καλύτερο στα πολεμικά μέτωπα, θα είναι δύσκολο να αποφύγουμε κάτι τέτοιο στο μέτωπο του πληθωρισμού και του κόστους ζωής.



























