ΚΟΣΜΟΣ - 26/10/2026 - 3:00 μμ
Εκλογές στο Ισραήλ: Δέκα εβδομάδες δημοσκοπήσεων και ένα επίμονο αδιέξοδο
Όταν τα ισραηλινά μέσα δημοσιεύσαν την Παρασκευή, τις τελευταίες επιτρεπόμενες δημοσκοπήσεις, έκλεισε μια προεκλογική περίοδος που χάρισε στους Ισραηλινούς περίπου εκατό εθνικές μετρήσεις από τα μέσα Αυγούστου. Από τα μεσάνυχτα και μέχρι να κλείσουν οι κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, ο νόμος απαγορεύει τη δημοσίευση νέων ερευνών. Και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της τελικής εικόνας είναι πόσο λίγο μετακινήθηκε ο κεντρικός συσχετισμός.
Στα τέλη του καλοκαιριού, όταν τα ψηφοδέλτια ακόμη διαμορφώνονταν, το Λικούντ του Βενιαμίν Νετανιάχου και το νέο κόμμα του πρώην αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Γκαντί Αϊζενκότ, το «Γιασάρ», ήταν ισόπαλα στην κορυφή. Τα τέσσερα κόμματα που αργότερα θα υπέγραφαν το σύμφωνο της αντιπολίτευσης, δηλαδή το «Γιασάρ», το «Μπεγιάχαντ» του Ναφτάλι Μπένετ, οι Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν και το Ισραέλ Μπεϊτένου του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, προηγούνταν οριακά του μπλοκ του πρωθυπουργού.
Δέκα εβδομάδες αργότερα, η εικόνα έχει αντιστραφεί. Όχι επειδή η Δεξιά μεγάλωσε, αλλά επειδή η αντιπολίτευση συρρικνώθηκε. Το Λικούντ βρίσκεται πλέον οριακά πρώτο στον μέσο όρο των μετρήσεων και το μπλοκ του Νετανιάχου προηγείται, χωρίς όμως να πλησιάζει τις 61 έδρες που απαιτούνται για πλειοψηφία στην Κνεσέτ.
Τρεις εξελίξεις εξηγούν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μετατόπισης
Η πρώτη ήταν ο ανασχεδιασμός του εκλογικού χάρτη. Η Κοινή Λίστα των αραβικών κομμάτων ανασυστάθηκε. Ο απόστρατος αξιωματικός Όφερ Βίντερ ίδρυσε την «Αμχά Ισραέλ», ένα δεξιό κόμμα που δεσμεύθηκε να προτείνει τον Νετανιάχου για πρωθυπουργό. Ο Θρησκευτικός Σιωνισμός ενώθηκε με το «Ζεχούτ» του Μοσέ Φέιγκλιν, ενώ ο Γιοάζ Χέντελ και ο Γιαρόν Ζελέχα σχημάτισαν κοινό ψηφοδέλτιο, τους «Εφέδρους», που αρνείται να δεσμευθεί σε οποιοδήποτε στρατόπεδο. Όταν έκλεισαν οι λίστες των υποψηφίων, στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο ψηφοφόρος είχε περισσότερες επιλογές, και οι διαρροές προήλθαν κυρίως από την πλευρά της αντιπολίτευσης.
Η δεύτερη ήταν το ζήτημα των αραβικών κομμάτων. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, ένα δημοσίευμα ότι ο Αϊζενκότ είχε υποσχεθεί στο ισλαμιστικό Ράαμ θέση στην κυβέρνηση, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε «ψέμα», έφερε το θέμα στο κέντρο της καμπάνιας. Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή αποφάσισε στη συνέχεια τον αποκλεισμό της Κοινής Λίστας και του Ράαμ από τις εκλογές, απόφαση που το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε ομόφωνα στις αρχές Οκτωβρίου. Όταν ο Γκολάν δήλωσε ότι η συμμετοχή αραβικού κόμματος στην κυβέρνηση θα ήταν «φυσική, σωστή, πρέπουσα και δημοκρατική», το Λικούντ απέκτησε ένα έτοιμο επιχείρημα. Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, το «Γιασάρ» υποχωρούσε σταθερά, ενώ η Κοινή Λίστα ενισχυόταν. Οι δημοσκοπήσεις δεν αποδεικνύουν αιτιότητα, όμως η χρονική σύμπτωση δύσκολα αγνοείται. Οι ίδιες εταιρείες δημοσκοπήσεων προβλέπουν, παράλληλα, αισθητά υψηλότερη αραβική συμμετοχή απ’ ό,τι το 2022.
Η τρίτη ήταν η αδυναμία της αντιπολίτευσης να λύσει το ζήτημα της ηγεσίας. Το σύμφωνο «Επανόρθωση και Ελπίδα», που υπέγραψαν στα τέλη Σεπτεμβρίου πέντε ηγέτες (οι αρχηγοί των τεσσάρων κομμάτων και ο Γιαΐρ Λαπίντ, συνεπικεφαλής του «Μπεγιάχαντ» με τον Μπένετ), τους δέσμευσε να μην επιτίθενται ο ένας στον άλλον. Δεν κατέληξε όμως σε κοινό υποψήφιο πρωθυπουργό, και ο Λίμπερμαν φέρεται να υποστήριξε ότι το ερώτημα πρέπει να μείνει για μετά τις εκλογές. Ένας συνασπισμός αντιπάλων που αρνείται να κατονομάσει τον ηγέτη του ζητά από τους ψηφοφόρους να εμπιστευθούν μια διαδικασία και όχι ένα πρόσωπο.
Το τελευταίο δεκαπενθήμερο έφερε δύο πραγματικά σοκ, κανένα από τα οποία δεν μετακίνησε ουσιαστικά τα μπλοκ. Ο Ντόναλντ Τραμπ στήριξε δημόσια τον Νετανιάχου. Την επόμενη ημέρα, ο Μπένι Γκαντς, κάποτε η σημαία της αντιπολίτευσης, αποσύρθηκε από την κούρσα, παραδεχόμενος ότι δεν κατάφερε να πείσει αρκετούς πολίτες. Σύμφωνα με το Κανάλι 14, η μεγαλύτερη μερίδα των πρώην ψηφοφόρων του στρέφεται προς τον Αϊζενκότ. Το κόμμα του όμως παραμένει στο ψηφοδέλτιο, και κάθε ψήφος προς αυτό θα χαθεί.
Οι τελικές δημοσκοπήσεις αφηγούνται μια συνεπή ιστορία, με μία ηχηρή εξαίρεση. Η «Μααρίβ», η «Ισραέλ Χαγιόμ», το «Ζμαν Ισραέλ» και το Κανάλι 16 δείχνουν και τα δύο στρατόπεδα μακριά από την πλειοψηφία, με το «Γιασάρ» να προηγείται οριακά του Λικούντ. Το Κανάλι 14, με το μεγαλύτερο δείγμα όλης της προεκλογικής περιόδου, δίνει αντίθετα στο μπλοκ του Νετανιάχου πλειοψηφία. Μαζί με την εταιρεία Direct Polls, είναι οι μόνοι που βλέπουν το Λικούντ καθαρά πρώτο. Την Τρίτη θα φανεί ποιο από τα δύο στρατόπεδα των δημοσκόπων διάβασε σωστά το εκλογικό σώμα.
Η πραγματική ιστορία, όμως, βρίσκεται στο κάτω μέρος του πίνακα. Στο Ισραήλ ένα κόμμα χρειάζεται 3,25% για να μπει στην Κνεσέτ, και όποιο μένει λίγο κάτω από το όριο «καίει» ψήφους που αντιστοιχούν σχεδόν σε τέσσερις έδρες, οι οποίες μοιράζονται στους υπόλοιπους. Οι «Έφεδροι» του Χέντελ και του Ζελέχα πέρασαν το όριο στις περισσότερες τελικές μετρήσεις. Η «Αμχά Ισραέλ» του Βίντερ έμεινε σχεδόν παντού κάτω από αυτό, συχνά για ελάχιστο. Ακριβώς αυτό έκρινε τις εκλογές του 2022: οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έδειχναν τον Νετανιάχου στο όριο της πλειοψηφίας, και τελικά εξασφάλισε καθαρή πλειοψηφία, κυρίως επειδή το Μερέτς και το Μπαλάντ έμειναν λίγο κάτω από το κατώφλι.
Αυτή τη φορά η αριθμητική κόβει και προς τις δύο κατευθύνσεις. Αν ο Βίντερ μπει στη Βουλή, ο Νετανιάχου κερδίζει έδρες που οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δεν του δίνουν. Αν μείνει εκτός, «καίει» δεξιές ψήφους. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Νετανιάχου τον κάλεσε δημόσια να αποσυρθεί, χωρίς αποτέλεσμα. Αν οι «Έφεδροι» μείνουν εκτός, οι ψήφοι τους χάνονται και οι έδρες τους μοιράζονται στα μεγαλύτερα κόμματα και των δύο πλευρών.
Βλέπω τέσσερα ρεαλιστικά σενάρια
Το πρώτο είναι μια οριακή πλειοψηφία Νετανιάχου. Προϋποθέτει να περάσει ο Βίντερ το όριο και οι δημοσκοπήσεις να υποτιμούν τη Δεξιά, όπως το 2022. Είναι ο μόνος δρόμος προς σταθερή κυβέρνηση από το βράδυ των εκλογών, όμως το μοντέλο μας το τοποθετεί περίπου σε μία πιθανότητα στις επτά.
Το δεύτερο, και το πιθανότερο, είναι το αδιέξοδο. Κανένα μπλοκ δεν φτάνει τις 61 έδρες, ο Νετανιάχου παραμένει επικεφαλής της μεταβατικής κυβέρνησης και οι διαβουλεύσεις του Προέδρου Ισαάκ Χέρτσογκ μετατρέπονται σε δοκιμασία για τα υπερορθόδοξα κόμματα. Το Σας και ο Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά θα γίνουν αντικείμενο διεκδίκησης και από τις δύο πλευρές. Ο Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά, ωστόσο, έχει θέσει ως όρο τη νομική κατοχύρωση της απαλλαγής από τη στράτευση, απαίτηση που συγκρούεται ευθέως με την καθολική θητεία που υπόσχονται ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν. Ο Αϊζενκότ, από την πλευρά του, έχει αποκλείσει να υπηρετήσει υπό τον Νετανιάχου, ακόμη και σε σχήμα εναλλαγής, κλείνοντας την πιο προφανή διέξοδο.
Το τρίτο είναι μια «σιωνιστική κυβέρνηση» χωρίς το Λικούντ. Το σύμφωνο της αντιπολίτευσης, ακόμη και μαζί με τους «Εφέδρους», μένει μακριά από την πλειοψηφία. Για να τη φτάσει χρειάζεται είτε ένα υπερορθόδοξο κόμμα είτε την ανοχή των αραβικών κομμάτων. Το πρώτο προσκρούει στο ζήτημα της στράτευσης. Το δεύτερο στις δεσμεύσεις του ίδιου του Αϊζενκότ και του Λίμπερμαν, ο οποίος έχει δηλώσει ότι θα αντιταχθεί σε κάθε κυβέρνηση μειοψηφίας. Είναι εφικτό στα χαρτιά, αλλά ο δυσκολότερος δρόμος στην πράξη.
Το τέταρτο είναι νέες εκλογές. Αν το αδιέξοδο παγιωθεί, το Ισραήλ μπορεί να επιστρέψει στις κάλπες την άνοιξη. Ενδεικτικό της διάθεσης για συμβιβασμό είναι ότι, σε δημοσκόπηση του Καναλιού 13, οι περισσότεροι ερωτηθέντες προτίμησαν νέες εκλογές από μια κυβέρνηση εναλλαγής Αϊζενκότ και Νετανιάχου.
Η εκτίμησή μου είναι ότι η Τρίτη θα φέρει μάλλον μια Κνεσέτ χωρίς καθαρή πλειοψηφία, με το Λικούντ πρώτο ή ισόπαλο πρώτο και τον Νετανιάχου να κρατά την πρωτοβουλία, επειδή ηγείται του πιο συμπαγούς μπλοκ και της υπηρεσιακής κυβέρνησης. Το πρόβλημα της αντιπολίτευσης δεν είναι η έλλειψη ψηφοφόρων. Είναι η απουσία μιας ενιαίας απάντησης σε δύο ερωτήματα: ποιος ηγείται και με ποιους.
Υπάρχει, τέλος, και ένα σενάριο-μπαλαντέρ, που περιέγραψε την Παρασκευή ο Γιαακόβ Κατς στην Jerusalem Post: σε περίπτωση αδιεξόδου, ο Τραμπ, ο οποίος συνέδεσε ρητά τη στήριξή του στον Νετανιάχου με το Ιράν, καλεί τους δύο αντιπάλους στον Λευκό Οίκο και πιέζει για κυβέρνηση ενότητας με εναλλαγή, την οποία εγγυάται προσωπικά: δεκαοκτώ μήνες ο Νετανιάχου, έπειτα ο Αϊζενκότ, με τον Τραμπ να παραμένει στην προεδρία αρκετό διάστημα ώστε να πιέσει για την τήρηση της συμφωνίας. Ο ίδιος ο Κατς το χαρακτηρίζει εξαιρετικά απίθανο, δεδομένης της προσωπικής εχθρότητας και της σπασμένης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους δύο άνδρες, όχι όμως αδύνατο. Στις γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής, ούτε αυτή η πόρτα είναι εντελώς κλειστή.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, που έχουν συνδέσει σημαντικό μέρος της αμυντικής και ενεργειακής τους στρατηγικής με το Ισραήλ, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει, αλλά πόσο γρήγορα θα υπάρξει λειτουργική κυβέρνηση στην Ιερουσαλήμ. Αν κανένα από τα μικρά κόμματα δεν κάνει τη διαφορά την Τρίτη, η απάντηση θα δοθεί στις αίθουσες των διαπραγματεύσεων και όχι στην κάλπη.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Group of Verified Intelligence (GVI), εταιρείας στρατηγικής και συλλογής και ανάλυσης πληροφοριων με έδρα το Λονδίνο.
πηγή: liberal
Array

























